Σημαντική μείωση των μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα παρουσίασε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης, ενημερώνοντας τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές για το Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και τον Κανονισμό Επιστροφών. Παράλληλα, ο υπουργός προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να προχωρήσει σε «κλιμάκωση μέτρων» αν υπάρξει νέα πίεση στα σύνορα, τονίζοντας ότι δεν θα επαναληφθεί το σκηνικό του 2015.
Τι έγινε: Μισές οι αφίξεις σε σχέση με πέρυσι
Τα στοιχεία που παρουσίασε ο Θάνος Πλεύρης στην κοινοβουλευτική ενημέρωση είναι αποκαλυπτικά. Έως τις 20 Απριλίου 2026, οι θαλάσσιες μεταναστευτικές ροές ανήλθαν σε 4.979 άτομα, έναντι 9.313 την αντίστοιχη περίοδο του 2025 — μια μείωση που προσεγγίζει το 50%. Συνολικά, συμπεριλαμβανομένων και των χερσαίων ροών, η μείωση διαμορφώνεται περίπου στο 35%, γεγονός που ο ίδιος ο υπουργός χαρακτήρισε «πάρα πολύ μεγάλη».
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η εικόνα στα θαλάσσια σύνορα με την Τουρκία, στο ανατολικό Αιγαίο. Οι ροές από αυτή τη διαδρομή έπεσαν από 6.722 το 2025 σε 2.595 το 2026, μια πτώση που υπερβαίνει το 60%. Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει η Κρήτη, όπου ο υπουργός μίλησε για σταθεροποίηση: οι ροές ήταν 2.595 το 2025 και 2.539 το 2026, δηλαδή σχεδόν αμετάβλητες. Αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ ανατολικού Αιγαίου και Κρήτης δείχνει ότι οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν στη διαδρομή της Τουρκίας απέδωσαν σε μεγαλύτερο βαθμό.
Ο Πλεύρης αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των ροών μέσω Λιβύης από το Μπαγκλαντές, που σημειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο του έτους. Σύμφωνα με τον υπουργό, τα διακινητικά κυκλώματα εκμεταλλεύονταν «πολύ εύκολες διαδικασίες» ταξιδιού — τουριστικά βίζα — είτε προς την Αίγυπτο είτε απευθείας προς τη Λιβύη. Ωστόσο, συντονισμένες παρεμβάσεις από την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οδήγησαν στον περιορισμό ή τη διακοπή αυτού του καθεστώτος.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Η απειλή από τη Λιβύη και τη γεωπολιτική αστάθεια
Ο υπουργός εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος όσον αφορά τις άμεσες επιπτώσεις των ενόπλων συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή. Όπως διευκρίνισε, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί «κάποια ανησυχητική κινητικότητα» — τα σύνορα της Τουρκίας δεν έχουν δεχθεί πίεση και οι μετακινήσεις πληθυσμών περιορίζονται σε εσωτερικές εκτοπίσεις εντός των εμπόλεμων χωρών. Παρ’ όλα αυτά, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η εικόνα να αλλάξει: «Αυτό που δεν το βλέπουμε τώρα είναι πολύ πιθανό, εάν συνεχιστεί μια κατάσταση γεωπολιτικής αβεβαιότητας, να το δούμε στην πορεία».
Το μεγαλύτερο βάρος της ανησυχίας του Πλεύρη εστιάζεται στο μέτωπο της Λιβύης. Ο υπουργός ανέφερε ότι περίπου 3 εκατομμύρια εκτοπισμένοι από το Σουδάν βρίσκονται σήμερα στην περιοχή: 1,5 εκατομμύριο στην Αίγυπτο, 1 εκατομμύριο στο Τσαντ και 500.000 στη Λιβύη. Η τελευταία ομάδα αποτελείται κυρίως από νέους άνδρες, των οποίων οι οικογένειες παραμένουν στο Τσαντ ή την Αίγυπτο — ένα προφίλ που, σύμφωνα με τον ίδιο, συνθέτει «μια ανησυχητική δεξαμενή προς την Ευρώπη». Η βασική πηγή κινδύνου, τόνισε, είναι ο συνεχιζόμενος πόλεμος και ο εμφύλιος στο Σουδάν, που μπορεί να τροφοδοτήσει νέες πιέσεις προς τη Λιβύη και στη συνέχεια προς τα ευρωπαϊκά σύνορα.
Ο Θάνος Πλεύρης ήταν ξεκάθαρος ως προς την κυβερνητική στάση σε περίπτωση έξαρσης: «Ξεκαθαρίζω από τώρα ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουμε αυτό που έγινε στη χώρα το 2015». Η κυβέρνηση, όπως είπε, έχει λάβει ειλημμένη απόφαση ότι σε περίπτωση «μη λελογισμένων μεταναστευτικών ροών» θα ενεργοποιηθεί κλιμάκωση μέτρων. Μάλιστα, υπογράμμισε ότι «η αναστολή ασύλου θα είναι το πιο ήπιο από όλα όσα μέτρα έχουμε σχεδιάσει», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση διαθέτει και αυστηρότερα εργαλεία στον σχεδιασμό της.
Τι ακολουθεί: Επαγρύπνηση και έτοιμα μέτρα
Η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με τον Πλεύρη, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο μέτωπο της Λιβύης και έχει ήδη προετοιμαστεί για ενδεχόμενη αύξηση των ροών. Η συνεργασία με την Ιταλία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραμένει ενεργή, ενώ το Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και ο Κανονισμός Επιστροφών αναμένεται να δώσουν στη χώρα επιπλέον εργαλεία διαχείρισης. Ο υπουργός διέμεινε στον κεντρικό μήνυμα: τα αποτελέσματα της τρέχουσας πολιτικής είναι ορατά, αλλά η επαγρύπνηση δεν επιτρέπεται να χαλαρώσει ενόσω η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη νότια Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική παραμένει υψηλή.




