Ένα εκρηκτικό δημοσίευμα των New York Times έχει ανοίξει νέο μέτωπο στις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, αποκαλύπτοντας ότι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εντείνει δραματικά τις κατασκοπευτικές τους δραστηριότητες στο αμερικανικό έδαφος. Σύμφωνα με το αμερικανικό μέσο, βασικός στόχος των επιχειρήσεων αυτών ήταν να αποκαλυφθούν οι πραγματικές προθέσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν. Η είδηση επιβεβαιώνεται και από το ισραηλινό Channel 12, το οποίο επικαλείται το ίδιο αμερικανικό ρεπορτάζ, προσδίδοντας επιπλέον βάρος στις αποκαλύψεις. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η Σιν Μπετ και άλλες ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες φέρεται να επιχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα των αμερικανικών αρχών. Τα περιστατικά που αποδίδονται στο Ισραήλ, σύμφωνα με εκθέσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από τα τέλη του 2024 και συνεχίστηκαν εντατικά μέσα στο 2025.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες δεν περιορίστηκαν σε συμβατικές μεθόδους κατασκοπείας, αλλά φέρεται να προχώρησαν σε πολύ πιο τολμηρές κινήσεις. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, έγιναν απόπειρες τοποθέτησης συσκευών παρακολούθησης σε οχήματα της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, αλλά και σε εγκαταστάσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε ένα ιδιαίτερα σοβαρό συμβάν του 2021, όταν στελέχη ισραηλινών στρατιωτικών υπηρεσιών εντοπίστηκαν να επιχειρούν την εγκατάσταση εξοπλισμού παρακολούθησης στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών των ΗΠΑ (DIA). Αν και τα στοιχεία αυτά δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, οι αμερικανικές αρχές φέρεται να τα αντιμετωπίζουν με εξαιρετική σοβαρότητα. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας συστηματικής και μακροχρόνιας προσπάθειας διείσδυσης στον πυρήνα του αμερικανικού κατασκοπευτικού συστήματος.
Τα τρία πρόσωπα-κλειδιά που βρέθηκαν στο στόχαστρο
Το δημοσίευμα των New York Times αναφέρεται σε τρία συγκεκριμένα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο του ισραηλινού ενδιαφέροντος, και τα οποία διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται, πρώτον, για τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στις επαφές με το Ιράν και θεωρείται ένας από τους πλέον έμπιστους διπλωματικούς συνεργάτες του Τραμπ. Δεύτερον, στο στόχαστρο βρέθηκε ο υφυπουργός Άμυνας Έλμπριτζ Κόλμπι, ένα από τα καθοριστικά πρόσωπα για τη χάραξη της αμερικανικής αμυντικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Τρίτος στη λίστα είναι ο Μάικλ ΝτιΜίνο, στενός συνεργάτης του Κόλμπι, του οποίου η εγγύτητα με τους κύκλους λήψης αποφάσεων τον καθιστά ιδιαίτερα πολύτιμο στόχο για ξένες μυστικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η επιλογή αυτών των τριών αξιωματούχων δεν ήταν τυχαία: θεωρούνταν οι κλειδοκράτορες για την κατανόηση των αμερικανικών σχεδιασμών απέναντι στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: τι ακριβώς αναζητούσε το Ισραήλ; Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η βασική επιδίωξη ήταν να διαπιστωθεί εάν η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει αλλαγές στην πολιτική της απέναντι στο Ιράν, και ιδίως αν περιλαμβάνονται στα σχέδια στρατιωτικές επιλογές. Η ισραηλινή ηγεσία, που παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, φαίνεται να ήθελε να γνωρίζει εκ των προτέρων κάθε αλλαγή κατεύθυνσης εκ μέρους των Αμερικανών συμμάχων της. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατασκοπεία δεν στρεφόταν εναντίον εχθρού, αλλά εναντίον ενός από τους στενότερους συμμάχους του Ισραήλ στον κόσμο — μια παράδοξη και εκρηκτική διάσταση της υπόθεσης.
Οι αδυναμίες ασφαλείας που εκμεταλλεύτηκαν οι πράκτορες
Ένας πρώην ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος έρριξε φως σε ένα κρίσιμο κεφάλαιο της υπόθεσης: τις αδυναμίες ασφαλείας που καθιστούν εύκολη λεία για ξένες μυστικές υπηρεσίες ακόμη και υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν χωρίς δισταγμό προσωπικά κινητά τηλέφωνα για ευαίσθητες επικοινωνίες — μια πρακτική που αφήνει ανοιχτή την πόρτα σε υποκλοπές. Παράλληλα, η τάση πολλών στελεχών να ταξιδεύουν με ιδιωτικά αεροσκάφη, χωρίς τις αυστηρές διαδικασίες που επιβάλλει ο επίσημος τρόπος μετακίνησης, δημιουργεί πρόσθετα κενά ασφαλείας που δύσκολα ανιχνεύονται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, αξιωματούχοι αποφεύγουν τη συνοδεία προσωπικού ασφαλείας ή διπλωματικών αποστολών των ΗΠΑ κατά τα ταξίδια τους στο εξωτερικό. Αυτές οι πρακτικές, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, δεν αποτελούν απλώς αμέλεια — είναι κενά που ξένες μυστικές υπηρεσίες γνωρίζουν πολύ καλά πώς να αξιοποιούν συστηματικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο και διαρκές πρόβλημα: την υποτίμηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας που παρατηρείται σε τμήματα της αμερικανικής κυβέρνησης, ακόμη και σε επίπεδο υπουργείων. Το γεγονός ότι ακόμη και σύμμαχες χώρες — και όχι μόνο εχθρικές δυνάμεις — φέρεται να εκμεταλλεύονται αυτά τα κενά, θέτει επείγοντα ερωτήματα για την αναθεώρηση των ισχυόντων πρωτοκόλλων προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι αμερικανικές υπηρεσίες, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζουν τα περιστατικά με εξαιρετική προσοχή, αν και επίσημες επιβεβαιώσεις δεν έχουν δοθεί ακόμη στη δημοσιότητα. Το πόσο βαθιά φτάνει αυτή η υπόθεση — και ποιες διπλωματικές επιπτώσεις θα έχει — παραμένει ανοιχτό ερώτημα που η Ουάσινγκτον καλείται να απαντήσει.




