Απρίλιος του 1941. Η Ελλάδα βρίσκεται στο μάτι μιας καταιγίδας που θα αλλάξει ριζικά την πορεία της — και εκατοντάδες χιλιάδες ζωές μαζί της. Η γερμανική εισβολή έχει ανατρέψει τα δεδομένα του πολέμου, και στο μέτωπο της Ηπείρου οι Έλληνες αξιωματικοί αντιμετωπίζουν μια σκληρή πραγματικότητα: η συνέχεια της πολεμικής προσπάθειας φαίνεται χωρίς ελπίδα. Μέσα σε αυτό το χάος, ένας στρατηγός θα λάβει μια απόφαση που θα τον στιγματίσει για πάντα. Ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου θα υπογράψει όχι μία αλλά τρεις συνθήκες παράδοσης — χωρίς εντολή, χωρίς εξουσιοδότηση, και κάτω από ύποπτες συνθήκες που ακόμα συζητούνται.
Το ερώτημα που θέτουν οι ιστορικοί μέχρι σήμερα παραμένει ανοιχτό: έπρεπε να συνθηκολογήσει ο Τσολάκογλου ή όχι; Η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή. Στο μέτωπο της Ηπείρου, σχεδόν όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα: η συνέχεια του αγώνα δεν είχε πλέον νόημα. Ωστόσο, κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να παραδοθεί στους Ιταλούς — έναν εχθρό που είχε ηττηθεί επανειλημμένα στο αλβανικό μέτωπο. Η κυρίαρχη άποψη στις τάξεις της ηγεσίας ήταν σαφής: αν έπρεπε να γίνει παράδοση, αυτή θα γινόταν αποκλειστικά στους Γερμανούς και μόνο με έντιμους όρους που θα διαφύλατταν το γόητρο του νικητή ελληνικού στρατού.
Η κατάρρευση του μετώπου και οι πρώτες φωνές για σύμπτυξη
Η ιδέα της σύμπτυξης του ελληνικού στρατού δεν ήρθε ξαφνικά τον Απρίλιο του 1941 — είχε ήδη ακουστεί πριν ακόμα ξεκινήσει η γερμανική εισβολή. Ο Αντιστράτηγος Δεμέστιχας, Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού, είχε προτείνει κάτι ανάλογο στον Ιωάννη Πιτσίκα, θέτοντας το ζήτημα στο τραπέζι από νωρίς. Παρόμοια στάση είχε υιοθετήσει και ο Υποστράτηγος Μπάκος, Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, αν και εκτιμούσε πως ήταν πλέον αργά για μια τέτοια κίνηση — μια εσπευσμένη σύμπτυξη θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη διάλυση ολόκληρης της στρατιωτικής δομής. Στις 11 Απριλίου, ο Πιτσίκας ζήτησε επειγόντως να βρεθεί μια «λύση» που θα εξασφάλιζε «τη σωτηρία και το γόητρον του νικητού Στρατού μας», αναγνωρίζοντας πως ο χρόνος τελείωνε.
Η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων δεν πέρασε χωρίς συνέπειες. Σύντομα άρχισαν να εμφανίζονται κρούσματα απείθειας, με τους εξαντλημένους στρατιώτες να έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στην ηγεσία τους. Μετά τις 15 Απριλίου ξεκίνησαν και οι λιποταξίες — φαινόμενο που δεν κατάφεραν να σταματήσουν ακόμα και οι εκτελέσεις ορισμένων λιποτακτών που συνελήφθησαν. Παράλληλα, οι Ιταλοί εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και εντατικοποίησαν τις επιθέσεις τους, αδιαφορώντας για τη γερμανική εισβολή που εκτυλισσόταν. Η IV Μεραρχία έδωσε μάχη της τιμής στις 16 Απριλίου, αποκρούοντας σφοδρή ιταλική επίθεση, καταστρέφοντας το οδικό δίκτυο πίσω της και υποχωρώντας με τάξη το ίδιο βράδυ.
Ο Τσολάκογλου, ο Χρυσοχόου και τρεις επαίσχυντες υπογραφές
Ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου έκανε αυτό που άλλοι δεν τολμούσαν να ολοκληρώσουν. Μεταξύ 20 και 23 Απριλίου 1941, υπέγραψε τρεις ξεχωριστές συνθήκες παράδοσης — πρώτα με τους Γερμανούς και εν συνεχεία και με τους Ιταλούς — χωρίς να έχει λάβει εντολή από καμία ανώτερη αρχή της χώρας. Η κίνηση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα ομαδικής στρατιωτικής απόφασης, αλλά κατά πολλές μαρτυρίες πραγματοποιήθηκε μέσω της λαθροχειρίας του Επιτελάρχη Χρυσοχόου, ο οποίος παρέκαμψε τους επίσημους μηχανισμούς εντολής. Ο ρόλος του Χρυσοχόου παραμένει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα κεφάλαια αυτής της σκοτεινής σελίδας, καθώς η παρέμβασή του ουσιαστικά αφαίρεσε από τον Τσολάκογλου ακόμα και το ελάχιστο έρεισμα νομιμότητας που θα μπορούσε να επικαλεστεί.
Η IV Μεραρχία εν τω μεταξύ πέρασε το χιονοσκεπές τμήμα του όρους Νεμέρτσικα — γνωστό επίσης ως Δούσκος ή Μερόπη — και κατέφτασε στους Δρυμάδες, ελληνικό χωριό της περιοχής Πωγωνίου. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι βάσει της απαράδεκτης χάραξης των συνόρων το 1913, ένα τμήμα της Νεμέρτσικας είχε παραχωρηθεί στην Αλβανία, ενώ το υπόλοιπο παρέμεινε στην ελληνική επικράτεια. Η εικόνα ήταν συγκλονιστική: οι ίδιοι άνδρες που είχαν νικήσει τους Ιταλούς σε ανηφορικές και παγωμένες ράχες βρίσκονταν τώρα σε υποχώρηση κάτω από αδόξαστες συνθήκες, θύματα αποφάσεων που δεν έλαβαν οι ίδιοι.
Οι συνέπειες αυτής της συνθηκολόγησης υπήρξαν ολέθριες για τον ελληνικό λαό. Η κατοχή που ακολούθησε, και ειδικά ο καταστροφικός λιμός των ετών 1941-1942, κόστισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Έλληνες αμάχους — κυρίως στην Αθήνα και τα αστικά κέντρα. Πολλοί ιστορικοί συνδέουν άμεσα αυτή την καταστροφή με τους όρους υπό τους οποίους έγινε η παράδοση, δεδομένου ότι ο Τσολάκογλου δεν είχε ούτε την εξουσία ούτε τη νομιμοποίηση να αποδεχθεί τέτοιες ρυθμίσεις. Η ιστορική κρίση για τις επιλογές εκείνων των κρίσιμων ημερών του Απριλίου 1941 παραμένει ανοιχτή, αμφιλεγόμενη και βαθύτατα επώδυνη μέχρι τη σημερινή εποχή.




