Οι τιμές πετρελαίου εκτινάχθηκαν πάνω από 2% στις πρώτες συναλλαγές των ασιατικών αγορών τη Δευτέρα, καθώς οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή βρίσκονται σε πλήρες αδιέξοδο. Το Μπρεντ ανέβηκε στα 107,55 δολάρια το βαρέλι και το WTI στα 96,42 δολάρια, με τους επενδυτές να παρακολουθούν με αγωνία την έλλειψη ουσιαστικής προόδου στις συνομιλίες. Τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου σε καιρό ειρήνης, παραμένουν ουσιαστικά κλειστά λόγω του διπλού αποκλεισμού. Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας χαρακτήρισε δημόσια την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας».
Μπρεντ στα 107 δολάρια – Ο διπλός αποκλεισμός στο Ορμούζ
Η άνοδος των τιμών ήταν απότομη και καταγράφηκε αμέσως με το άνοιγμα των ασιατικών αγορών τη Δευτέρα. Το Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας ανέβηκε κατά 2,11%, φτάνοντας τα 107,55 δολάρια το βαρέλι, ενώ το West Texas Intermediate (WTI), η αμερικανική ποικιλία αναφοράς, κατέγραψε άνοδο 2,14%, στα 96,42 δολάρια. Οι αγορές αντιδρούν άμεσα στην απουσία νέου γύρου συνομιλιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, που δεν φαίνεται να πραγματοποιείται στο άμεσο μέλλον. Ο κόσμος περιμένει, αλλά τα μηνύματα από τα δύο στρατόπεδα δεν υπόσχονται σύντομη διπλωματική διέξοδο.
Ο κύριος παράγοντας αστάθειας παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, το στρατηγικό πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό. Η κίνηση των πλοίων εκεί παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη λόγω του ταυτόχρονου ιρανικού και αμερικανικού αποκλεισμού, που έχει σχεδόν διακόψει τις εξαγωγές μέσω αυτής της κρίσιμης θαλάσσιας αρτηρίας. Σε κανονικές συνθήκες, από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, καθιστώντας το αποκλεισμό του ισοδύναμο με διακοπή της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Η αδυναμία αυτή χτυπά ταυτόχρονα τις αγορές ενέργειας σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική, χωρίς να υπάρχει άμεση εναλλακτική διαδρομή για την κάλυψη των κενών.
Πριν από την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, οι τιμές καυσίμων στα βενζινάδικα είχαν αρχίσει να υποχωρούν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνοντας ανάσα στα νοικοκυριά. Ο αποκλεισμός ανέτρεψε αυτή την τάση και έστειλε τις τιμές στα ύψη, επιβαρύνοντας εκ νέου τους καταναλωτές σε ολόκληρη την ήπειρο. Η κρίση επηρεάζει όχι μόνο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και άλλα βασικά προϊόντα που συνδέονται άμεσα με τη βιομηχανία υδρογονανθράκων, όπως τα λιπάσματα και τα πετροχημικά.

Ο ΔΟΕ προειδοποιεί – Η μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), Φατίχ Μπιρόλ, άφησε ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας με τα λόγια του. «Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας. Αφορά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, όπως επίσης κι άλλα βασικά προϊόντα, απόλυτα απαραίτητα, όπως τα λιπάσματα, τα πετροχημικά προϊόντα, ή ακόμη το ήλιο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπιρόλ. Η προειδοποίηση αυτή υπογραμμίζει πόσο βαθιά εκτείνονται οι συνέπειες της σύγκρουσης πέρα από τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων. Η έλλειψη λιπασμάτων, ειδικά, θέτει ζητήματα επισιτιστικής ασφάλειας, καθώς το κόστος τους συνδέεται άμεσα με το κόστος παραγωγής τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει αυξανόμενη πολιτική πίεση για να βάλει τέλος στη σύγκρουση. Η δημοτικότητά του υποχωρεί, καθώς πολλοί Αμερικανοί πολίτες θεωρούν την εμπλοκή στη Μέση Ανατολή αντιδημοφιλή και κοστοβόρα. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον διατηρεί ένα σύνολο σκληρών απαιτήσεων που δυσκολεύουν την εύρεση κοινού εδάφους με την Τεχεράνη. Το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις αντανακλά την πολυπλοκότητα των γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή και τη δυσκολία να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα τα συμφέροντα τόσο διαφορετικών πλευρών.
Τι ζητούν ΗΠΑ και Ιράν – Τα σημεία διαφωνίας
Οι διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης είναι πολυεπίπεδες και ξεπερνούν κατά πολύ το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος ή τον έλεγχο του Ορμούζ. Η αμερικανική πλευρά ζητά τον περιορισμό της ιρανικής στήριξης προς τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τη Χαμάς στη Γάζα, δύο οργανώσεις που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει ως απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής. Επιπλέον, οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη μείωση της ικανότητας της Τεχεράνης να εξαπολύει επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους κατά συμμάχων τους. Πρόκειται για απαιτήσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της ιρανικής στρατηγικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και τις οποίες η Τεχεράνη αρνείται κατηγορηματικά να αποδεχθεί.
Το Ιράν, από την πλευρά του, παρότι στρατιωτικά αποδυναμωμένο, διατηρεί ακόμη σημαντικά διαπραγματευτικά εργαλεία. Η Τεχεράνη ζητά πρώτα από όλα την πλήρη άρση των οικονομικών κυρώσεων που έχουν πλήξει καίρια τις εξαγωγές πετρελαίου της. Παράλληλα, απαιτεί τον τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, καθώς και αποζημιώσεις για τις πολεμικές απώλειες που έχει υποστεί. Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει τεράστιο, και νέος γύρος συνομιλιών δεν φαίνεται να προγραμματίζεται στο άμεσο μέλλον.
Το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό ατού που διατηρεί το Ιράν παραμένει ο έλεγχος της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Η δυνατότητα να επηρεάζει τη διέλευση δεξαμενόπλοιων από το στρατηγικό αυτό πέρασμα δίνει στην Τεχεράνη ισχυρό μοχλό πίεσης απέναντι στη Δύση και τις αγορές ενέργειας. Όσο οι συνομιλίες βρίσκονται σε αδιέξοδο, οι τιμές πετρελαίου θα συνεχίσουν να καταγράφουν έντονες διακυμάνσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους καταναλωτές και τις οικονομίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Το βάρος της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Ιράν το πληρώνουν τελικά οι πολίτες, μέσα από υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας και ακριβότερα καύσιμα.




