Μια πρωτόγνωρη ενεργειακή κρίση πλήττει την Ευρώπη στον απόηχο της σύρραξης στο Ιράν, με τις αγορές να βρίσκονται σε αναβρασμό και τις τιμές των καυσίμων να εκτοξεύονται σε επίπεδα ρεκόρ τετραετίας. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στο κόστος: οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αδυνατούν να γνωρίζουν με ακρίβεια πόσα καύσιμα διαθέτει η ήπειρος, καθώς δεν υπάρχει κανένας κεντρικός μηχανισμός παρακολούθησης αποθεμάτων. Αεροπορικές εταιρείες καθηλώνουν πτήσεις και κυβερνήσεις καλούν τους πολίτες να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους, ενώ παράλληλα οι Βρυξέλλες φαίνεται να λαμβάνουν αποφάσεις σε συνθήκες μερικής τύφλωσης. Το εκτενές ρεπορτάζ του Politico αναδεικνύει μια ανησυχητική πραγματικότητα: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι έχει στα χέρια της.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει τονίσει ότι κάθε ημέρα του πολέμου κοστίζει στην Ε.Ε. σχεδόν 500 εκατομμύρια ευρώ λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάζει αποκλεισμό διαρκείας των ιρανικών λιμένων, μια κίνηση που απειλεί να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση στις αγορές πετρελαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται ενώπιον ενός παράδοξου: ενώ τα κρατικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου παρακολουθούνται σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη υποχρέωση για τον ιδιωτικό τομέα. Δεν υπάρχει μηχανισμός που να αναγκάζει εταιρείες και ιδιώτες αποθηκευτές να δηλώνουν τα αποθέματά τους, με αποτέλεσμα η συνολική εικόνα να παραμένει αποσπασματική και ελλιπής.
«Δεν ξέρουμε τι θα γίνει μετά τον Ιούνιο»
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Τομπίας Μάγιερ, διευθύνοντος συμβούλου του ομίλου DHL, ο οποίος μίλησε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στην οποία παρευρέθηκε το Politico. «Στην Ευρώπη, έχουμε ορατότητα και δεσμεύσεις για τον Μάιο και τον Ιούνιο… τι θα συμβεί μετά είναι δύσκολο να προβλεφθεί», είπε ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους logistics παγκοσμίως. Πρόσθεσε δε ότι «υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα, αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ορατότητα για το πόσα έχουν αντληθεί», αναδεικνύοντας ένα κρίσιμο κενό πληροφόρησης. Ωστόσο, οι Βρυξέλλες δεν βρίσκονται εντελώς στο σκοτάδι: οι εθνικοί αξιωματούχοι πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις ανταλλαγής πληροφοριών, ενώ ορισμένες εταιρείες παρέχουν περιστασιακά εθελοντικά δεδομένα για τα δικά τους αποθέματα. Πέρα από αυτό, όμως, οι αρμόδιοι αξιωματούχοι που θέλουν να γνωρίζουν πότε μπορεί να στερέψουν οι κάνουλες έχουν ελάχιστα εργαλεία στη διάθεσή τους, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο λήψης αποφάσεων έκτακτης ανάγκης με βάση ελλιπή στοιχεία.
Ελλάδα, Βέλγιο και Ισπανία ζητούν άμεση δράση
Σε σύνοδο Ευρωπαίων υπουργών τον περασμένο μήνα, η ανάγκη για καλύτερο συντονισμό τέθηκε επιτακτικά επί τάπητος. Οι υπουργοί από το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ισπανία επέστησαν την προσοχή στα κενά ενημέρωσης, προτρέποντας την Ε.Ε. να εντείνει την παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο, ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα διύλισης, σύμφωνα με τα πρακτικά που είδε το Politico. Παράλληλα, η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στο σημείο να ζητήσει από την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα ειδικό κανάλι επικοινωνίας και συντονισμού για την ανταλλαγή τέτοιων πληροφοριών. Το αίτημα αυτό αναδεικνύει πόσο επείγουσα θεωρείται η κατάσταση από χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού μηχανισμού παρακολούθησης αποθεμάτων δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απλή γραφειοκρατική αδυναμία, αλλά ως ενεργός κίνδυνος για την ασφάλεια εφοδιασμού ολόκληρης της ηπείρου.
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό. Η ανικανότητα της Ε.Ε. να αποτυπώσει σε πραγματικό χρόνο την ενεργειακή της κατάσταση αποτελεί ένα δομικό έλλειμμα που η κρίση στη Μέση Ανατολή έφερε στο προσκήνιο με τον πιο ανελέητο τρόπο. Ωστόσο, η αναγνώριση του προβλήματος από πολλές κυβερνήσεις-μέλη είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπισή του. Το ερώτημα που απομένει είναι αν οι Βρυξέλλες θα ενεργήσουν αρκετά γρήγορα ώστε να καλύψουν αυτά τα κενά προτού η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο.




