Μια ιστορικής σημασίας διπλωματική εξέλιξη διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή, καθώς το Ιράν φαίνεται να αποδέχεται τον κεντρικό όρο που είχε θέσει η Ουάσιγκτον: τη ρητή δέσμευση ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Σύμφωνα με αποκαλύψεις του πρακτορείου Reuters, που επικαλείται ανώτερο Ιρανό αξιωματούχο, το προσχέδιο του υπό διαμόρφωση μνημονίου κατανόησης μεταξύ των δύο χωρών περιλαμβάνει σαφή και αδιαπραγμάτευτη γλώσσα για το ζήτημα αυτό. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε κρίσιμη χρονική στιγμή, με διαπραγματευτές από το Κατάρ να βρίσκονται σήμερα στην ιρανική πρωτεύουσα, με αποστολή να επισπεύσουν την κατάληξη σε συμφωνία. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξάλλου είχε ανακοινώσει χθες την πρόθεση υπογραφής της συμφωνίας μέσα στο τρέχον 24ωρο, προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερη ένταση στις εξελίξεις.
Τα βασικά σημεία του μνημονίου κατανόησης
Το προσχέδιο του μνημονίου αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούν τόσο τα οικονομικά όσο και τα στρατιωτικά και πυρηνικά θέματα. Πρώτο και κρισιμότερο, η Τεχεράνη δεσμεύεται ρητά ότι «δεν θα παράγει ούτε θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα», αίροντας ουσιαστικά τον κίνδυνο που αποτελούσε τον κεντρικό παράγοντα εντάσεων εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα, το Ιράν συμφωνεί να διατηρήσει αμετάβλητη την τρέχουσα κατάσταση του πυρηνικού του προγράμματος, αποφεύγοντας τον περαιτέρω εμπλουτισμό ουρανίου και την επέκταση των υπαρχουσών πυρηνικών εγκαταστάσεων, εν αναμονή της τελικής συμφωνίας. Στο ζήτημα του ήδη εμπλουτισμένου αποθέματος, οι ΗΠΑ δηλώνουν έτοιμες να επιτρέψουν στο Ιράν να αραιώσει τα αποθέματά του σε ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού εντός ιρανικού εδάφους, στο πλαίσιο μελλοντικής ολοκληρωμένης συμφωνίας. Λεπτομέρειες για το πυρηνικό πρόγραμμα, τις δραστηριότητες εμπλουτισμού και τους μηχανισμούς διαχείρισης των αποθεμάτων αναμένεται να αποτελέσουν αντικείμενο εντατικών διαπραγματεύσεων εντός 60 ημερών από την υπογραφή του μνημονίου.
Από οικονομικής πλευράς, οι δεσμεύσεις των ΗΠΑ είναι εξίσου σημαντικές και χειροπιαστές. Η Ουάσιγκτον αναλαμβάνει να άρει τον ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια αμέσως μετά την υπογραφή, με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται εντός 30 ημερών. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ συμφωνούν να μην επιβάλουν νέες κυρώσεις στο Ιράν μέχρι να κλειδώσει η τελική συμφωνία, ενώ μετά από αυτήν όλες οι κυρώσεις τόσο από την Αμερική όσο και από τον ΟΗΕ θα αρθούν βάσει συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος. Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπεται και η αποδέσμευση 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία, μέσω άμεσων μεταφορών μετρητών, συνεργασίας με περιφερειακές χώρες και χρηματοοικονομικών πιστωτικών γραμμών. Επιπλέον, η Ουάσιγκτον αναλαμβάνει, σε συντονισμό με τους περιφερειακούς συμμάχους της, να προετοιμάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανοικοδόμησης και ανάπτυξης για το Ιράν, το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης εντός 60 ημερών.
Ο ρόλος του Κατάρ και οι διεθνείς αντιδράσεις
Κεντρικό ρόλο στην επίτευξη της συμφωνίας φαίνεται να διαδραματίζει το Κατάρ, με διαπραγματευτές της χώρας του Κόλπου να έχουν μεταβεί σήμερα στην Τεχεράνη με σαφή αποστολή να ασκήσουν πίεση για τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων και την όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληξη. Η χώρα αυτή έχει διαδραματίσει και στο παρελθόν ρόλο μεσολαβητή σε κρίσιμες περιπτώσεις της διεθνούς διπλωματίας. Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι και η εμπλοκή του Πακιστάν, με τον πρόεδρο Σεχμπάζ Σαρίφ να δηλώνει χθες μέσω ανάρτησης στο Χ ότι αναμένει την «οριστικοποίηση» της συμφωνίας «στις επόμενες 24 ώρες» και να αναφέρεται σε επικείμενη «ηλεκτρονική υπογραφή» πριν από τεχνικές συνομιλίες που έχουν προγραμματιστεί για την επόμενη εβδομάδα. Η εμπλοκή του Πακιστάν, ισλαμικής χώρας με πυρηνικές δυνατότητες, προσθέτει μία επιπλέον στρατηγική διάσταση στο σύνθετο αυτό διπλωματικό παίγνιο.
Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε τον τόνο από χθες, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ θα υπογράψουν σήμερα συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ πρόβλεψε παράλληλα το άμεσο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Τα Στενά αυτά αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους για τις παγκόσμιες εμπορικές ναυτιλιακές ροές, καθώς διέρχεται από εκεί σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναλειτουργία τους θα είχε άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες στις τιμές του αργού πετρελαίου και στη σταθερότητα των αγορών ενέργειας παγκοσμίως. Ωστόσο, πολλές κρίσιμες λεπτομέρειες παραμένουν ανοιχτές και θα απαιτήσουν δύσκολες διαπραγματεύσεις, με τα δύο μέρη να χρειαστεί να επιλύσουν εντός των επόμενων εβδομάδων και μηνών ζητήματα που εδώ και χρόνια αποδεικνύονταν αδύνατον να ξεπεραστούν.




