Προφυλακίστηκε ο 89χρονος που πυροβόλησε στον ΕΦΚΑ
Κοινωνία

Προφυλακίστηκε ο 89χρονος που πυροβόλησε στον ΕΦΚΑ

30 Απριλίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Πίσω από τα κάγκελα των φυλακών Κορυδαλλού βρίσκεται πλέον ο 89χρονος που την Τρίτη σκόρπισε τον πανικό στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού και στο Πρωτοδικείο Αθηνών, πυροβολώντας πέντε ανθρώπους. Η απόφαση για την προφυλάκισή του ελήφθη με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, αφού ο υπερήλικας ολοκλήρωσε την απολογία του ενώπιον της 3ης Ανακρίτριας Αθηνών. Η υπόθεση παραμένει βαθύτατα συγκλονιστική, καθώς πίσω από τις πράξεις βίας κρύβεται μια δεκαετίες μακρά περιπέτεια με τη γραφειοκρατία και την κρατική αδικία. Ο κατηγορούμενος, παρά τα 89 χρόνια του, εμφανίστηκε σε ήρεμη ψυχολογική κατάσταση, σύμφωνα με τον συνήγορό του.

Η απολογία: «Δεν ήθελα να σκοτώσω κανέναν»

Κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ο 89χρονος επανέλαβε ό,τι είχε δηλώσει και στο στάδιο της προανάκρισης: ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση. Ισχυρίστηκε πως πυροβόλησε τα πέντε θύματα σκόπιμα στο πόδι, με στόχο να τους τραυματίσει και όχι να τους σκοτώσει. Επιπλέον, δήλωσε πρόθυμος να καταβάλει αποζημίωση 2.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους πέντε τραυματίες, δηλαδή συνολικά 10.000 ευρώ. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν επηρεάστηκε από τις δηλώσεις αυτές, δεδομένου του βαρύτατου χαρακτήρα των κατηγοριών. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος είχε σχεδιάσει να διαφύγει στην Ιταλία και από εκεί να μεταβεί στο Στρασβούργο, ολοκληρώνοντας έτσι ένα ταξίδι που είχε αρχίσει πολύ καιρό πριν — νομικά και συναισθηματικά.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 89χρονος είναι εξαιρετικά βαριές. Συγκεκριμένα, απολογήθηκε για τρία κακουργήματα και έξι πλημμελήματα, μεταξύ των οποίων απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, διακεκριμένη παράνομη οπλοφορία εντός δικαστικού καταστήματος, οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση, παράνομη κατοχή πυρομαχικών και φυσιγγίων, παράνομη κατοχή μαχαιριών και ρέπλικας όπλου, καθώς και διατάραξη της λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας. Παράλληλα, η υπεράσπισή του υπέβαλε αίτημα για διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ζήτησε να κρατηθεί σε ψυχιατρείο αντί για φυλακή, αίτημα που εκκρεμεί.

48 χρόνια εργασίας και μια σύνταξη που δεν ήρθε ποτέ

Για να κατανοηθεί το βάθος της οργής του 89χρονου, πρέπει κανείς να ανατρέξει δεκαετίες πίσω. Ο ίδιος εργάστηκε στην Ελλάδα από το 1952 έως το 1959, εκπλήρωσε στη συνέχεια τη στρατιωτική του θητεία από το 1959 έως το 1962, και κατόπιν μετανάστευσε, εργαζόμενος επί 48 συνολικά χρόνια στη Γερμανία και στην Αμερική. Όταν επέστρεψε και ζήτησε τη σύνταξη που δικαιούτο από το ΙΚΑ — σήμερα ΕΦΚΑ — το αίτημά του απορρίφθηκε. Προσέφυγε τότε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου δικαιώθηκε εν μέρει. Σε αυτό το πλαίσιο, άσκησε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε για έναν τυπικό και εξοργιστικό λόγο: δεν είχε προσκομιστεί ένα παράβολο ύψους 150 ευρώ, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί να το καταθέσει από το Διοικητικό Εφετείο.

Η γραφειοκρατική αυτή παγίδα τον ανάγκασε να αναζητήσει δικαίωση εκτός Ελλάδας. Ταξίδεψε αρχικά στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στο Στρασβούργο, αφού εξάντλησε όλα τα ένδικα μέσα στην Ελλάδα, υποβάλλοντας φάκελο για να εκδικαστεί η υπόθεσή του κατά του ελληνικού κράτους. Την αίτηση αναγκάστηκε να την υποβάλει δύο φορές, καθώς η πρώτη χαρακτηρίστηκε — δήθεν — ανυπόγραφη. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι το ΙΚΑ είχε ενημερώσει τον γερμανικό ασφαλιστικό φορέα ΑΟΚ ότι ο ίδιος διέθετε μόλις 37 ένσημα, ενώ στην πραγματικότητα τα ένσημά του ήταν 472. Αποτέλεσμα αυτής της ανακρίβειας ήταν ο ΑΟΚ να τον απειλήσει με ανάκτηση όλων των ποσών που είχε λάβει ως συνταξιούχος. Ο 89χρονος αναγκάστηκε τελικά να μεταβεί αυτοπροσώπως στον φορέα και να αποδείξει με στοιχεία ότι νόμιμα ελάμβανε τη σύνταξή του — και τελικά δικαιώθηκε, διατηρώντας τις γερμανικές παροχές του.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες που μπορεί να έχει η κρατική αδυναμία και η γραφειοκρατική αδιαφορία σε βάρος πολιτών που αγωνίστηκαν μια ζωή. Ανεξάρτητα από τη νομική κρίση για τις πράξεις του 89χρονου, η ιστορία του πίσω από τη βία παραμένει ένα καταγγελτικό αφήγημα για τις αδυναμίες του κράτους δικαίου. Η δίκη αναμένεται να ρίξει φως τόσο στα νομικά ζητήματα όσο και στην ψυχολογική κατάσταση ενός ηλικιωμένου που αισθάνθηκε ότι δεν είχε πλέον καμία άλλη διέξοδο.

Σχετικά άρθρα