Ο πόλεμος στο Ιράν: Κερδισμένοι και χαμένοι δύο μήνες μετά
Διεθνή

Ο πόλεμος στο Ιράν: Κερδισμένοι και χαμένοι δύο μήνες μετά

2 Μαΐου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Δύο μήνες έχουν περάσει από τη στιγμή που Ισραήλ και ΗΠΑ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις τους εναντίον του Ιράν, και η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολύ μακριά από τις αρχικές διαβεβαιώσεις για έναν σύντομο και αποφασιστικό πόλεμο. Οι εχθροπραξίες έχουν μεν μειωθεί, αλλά η ένταση παραμένει διάχυτη στην περιοχή, με τον Τραμπ να αποσύρει τμήμα των στρατευμάτων του και να στρέφεται σε διπλωματική ρητορική, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις απειλές απέναντι στην Τεχεράνη. Η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία μια σύγκρουση που αρνείται να κλείσει γρήγορα και σφραγίζει βαθιά τόσο τις τοπικές κοινωνίες όσο και την παγκόσμια οικονομία. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να μιλήσουν για πραγματικά κέρδη, ενώ οι ζημίες μοιάζουν να απλώνονται σε ολοένα και ευρύτερους κύκλους.

Οι μεγάλοι χαμένοι της σύγκρουσης

Στην κορυφή της λίστας των χαμένων βρίσκεται αναμφίβολα το Ιράν, μια χώρα που αν και συνεχίζει να αντιστέκεται, πληρώνει βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και κοινωνική συνοχή. Διεθνείς οργανώσεις κάνουν λόγο για χιλιάδες νεκρούς από τα στρατιωτικά πλήγματα, ενώ η ανθρωπιστική κρίση που διαμορφώνεται περιγράφεται ως εκτεταμένη και δυσχερώς αντιμετωπίσιμη. Παράλληλα, το καθεστώς στρέφεται προς την καταστολή, με εκατοντάδες εκτελέσεις και αυστηρούς περιορισμούς στην ελεύθερη πληροφόρηση, αφήνοντας τον άμαχο πληθυσμό απομονωμένο και χωρίς φωνή. Η εθνική οικονομία δέχεται ισχυρό πλήγμα, με ανεργία και φτώχεια να αυξάνονται σε ρυθμούς που βαθαίνουν ακόμη περισσότερο την κοινωνική αναταραχή.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λίβανος αναδεικνύεται ως ένα ακόμη θύμα μιας σύγκρουσης που ξεπερνά τα σύνορα. Ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ έχει αφήσει ολόκληρες περιοχές της χώρας ισοπεδωμένες, με χιλιάδες νεκρούς και μαζικούς εκτοπισμούς που έχουν μετατρέψει τη χώρα σε νέο επίκεντρο ανθρωπιστικής κρίσης. Ωστόσο, οι επιπτώσεις δεν σταματούν εδώ, καθώς και οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται υπό πίεση παρά τη σχετική σταθερότητα που χαρακτήριζε την περιοχή τα προηγούμενα χρόνια. Η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ έχει δημιουργήσει σοβαρές διαταραχές στο εμπόριο και τις ενεργειακές εξαγωγές, πλήττοντας κράτη που η οικονομία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια.

Ποιος κερδίζει και πώς

Στον αντίποδα, ορισμένοι παίκτες φαίνεται να επωφελούνται — έστω και έμμεσα — από την κλιμάκωση. Οι ενεργειακές εταιρείες βρίσκονται μεταξύ των σχετικών κερδισμένων, αξιοποιώντας την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και τις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς για να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους τους. Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία παγκοσμίως καταγράφει αυξημένη ζήτηση, με πολλές χώρες να ανεβάζουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες ως απάντηση στις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες. Οι παραγγελίες για εξοπλισμούς και συστήματα ασφαλείας αυξάνονται σε ρυθμό που δεν έχει προηγούμενο στα τελευταία χρόνια, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η γεωπολιτική αστάθεια μεταφράζεται σε οικονομικά κέρδη για ορισμένες βιομηχανίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα αναδεικνύεται ως ένας από τους έμμεσους ωφελημένους της κρίσης. Χάρη στα ενεργειακά της αποθέματα και τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, καταφέρνει να διαχειρίζεται τις πιέσεις με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τους ανταγωνιστές της, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη διπλωματική της εικόνα ως δύναμη σταθερότητας. Εκμεταλλευόμενη τη φθορά της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, το Πεκίνο κερδίζει πόντους σε επίπεδο γεωπολιτικής παρουσίας χωρίς να έχει εμπλακεί στρατιωτικά. Με παρόμοιο τρόπο, η Ρωσία αποκομίζει σημαντικά οικονομικά οφέλη από την άνοδο των τιμών της ενέργειας, με τα κρατικά έσοδα από πετρέλαιο και συναφή προϊόντα να αυξάνονται αισθητά, προσφέροντας στη Μόσχα μια σημαντική οικονομική ανάσα σε μια περίοδο διεθνών πιέσεων.

Η αβέβαιη θέση ΗΠΑ, Ισραήλ και Ουκρανίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση των ΗΠΑ, οι οποίες αν και υπήρξαν καθοριστικός παράγοντας για την έναρξη της σύγκρουσης, βρίσκονται πλέον σε μια αβέβαιη ζώνη αποτελεσμάτων. Η αποχώρηση τμήματος των δυνάμεων και η στροφή προς τη διαπραγμάτευση δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον δεν βρήκε τα στρατηγικά οφέλη που ανέμενε, τουλάχιστον στο βαθμό που είχε σχεδιαστεί. Ο Τραμπ συνεχίζει να εκτοξεύει απειλές απέναντι στην Τεχεράνη, αλλά το τοπίο που διαμορφώνεται είναι πολύ πιο σύνθετο από εκείνο που είχε παρουσιαστεί αρχικά στη δημόσια σφαίρα. Η σύγκρουση, αντί να ολοκληρωθεί γρήγορα, έχει αποκτήσει παρατεταμένο αποτύπωμα που δοκιμάζει τόσο την εσωτερική συνοχή των εμπλεκόμενων κρατών όσο και τις διεθνείς συμμαχίες που είχαν οικοδομηθεί με μεγάλο κόπο τα προηγούμενα χρόνια.

Σχετικά άρθρα