Η τελευταία ένοικος της Casa Milà του Γκαουντί στη Βαρκελώνη
Lifestyle

Η τελευταία ένοικος της Casa Milà του Γκαουντί στη Βαρκελώνη

4 Μαΐου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Μια 70χρονη συγγραφέας ζει εδώ και σχεδόν 40 χρόνια στο εμβληματικό κτίριο Casa Milà του αρχιτέκτονα Αντόνι Γκαουντί στη Βαρκελώνη, πληρώνοντας σταθερό χαμηλό ενοίκιο και έχοντας δικαίωμα διαμονής εφ’ όρου ζωής. Η Άνα Βιλαδομιού είναι σήμερα η μοναδική ένοικος όχι μόνο της Casa Milà, αλλά και οποιουδήποτε κτιρίου του Γκαουντί στον κόσμο. Το διαμέρισμά της βρίσκεται στον ακριβότερο δρόμο της Ισπανίας, τη λεωφόρο Passeig de Gràcia, σε ένα από τα πιο επισκέψιμα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.

Τι έγινε: Η ιστορία μιας μοναδικής κατοικίας

Η Βιλαδομιού μετακόμισε στη Casa Milà το 1988, όταν το διαμέρισμα ανήκε στον σύζυγό της, Φερνάντο Αμάτ, ιδιοκτήτη του διάσημου καταστήματος design Vinçon, που έκλεισε το 2015. Η συγγραφέας μεγάλωσε τις δύο κόρες της μέσα σε αυτό το εξαιρετικό κτίριο — και οι δύο είναι σήμερα αρχιτέκτονες. Το διαμέρισμα διαθέτει τις χαρακτηριστικές καμπύλες γραμμές του Γκαουντί και σφυρήλατα μπαλκόνια που θυμίζουν μορφές από τη φύση, ενώ διακρίνεται για την ιδιαίτερη φωτεινότητά του.

Ο λόγος που η Βιλαδομιού παραμένει στο κτίριο ενώ όλοι οι άλλοι ένοικοι έχουν φύγει είναι νομικός. Διαθέτει το λεγόμενο «παλιό συμβόλαιο» (renta antigua), το οποίο της εξασφαλίζει σταθερό χαμηλό ενοίκιο και δικαίωμα διαμονής μέχρι το τέλος της ζωής της. Τέτοια συμβόλαια σταμάτησαν να εκδίδονται στην Ισπανία το 1985, ωστόσο περίπου 100.000 εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ σε ολόκληρη τη χώρα. Όταν το κτίριο αγοράστηκε από τράπεζα, η ίδια και ο σύζυγός της ήταν οι μόνοι που δεν δέχτηκαν ποτέ πρόταση αποζημίωσης για να φύγουν, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ενοίκους.

Η Casa Milà, γνωστή και ως La Pedrera — που σημαίνει «λατομείο» — ολοκληρώθηκε το 1910. Το κτίριο αντιμετώπισε έντονη κριτική κατά τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του, καθώς πολλοί το θεωρούσαν υπερβολικά ασυνήθιστο, με την αρχιτεκτονική του να θυμίζει βραχώδη σχηματισμό. Από το 1984 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, και πλέον το μεγαλύτερο μέρος του φιλοξενεί γραφεία και πολιτιστικές εκδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων συναυλιών.

Αντιδράσεις: Η ζωή ανάμεσα στους τουρίστες

Η Βιλαδομιού περιγράφει με χιούμορ και ειλικρίνεια τη ζωή της μέσα σε ένα από τα πιο επισκέψιμα κτίρια στον κόσμο. «Έχω συνηθίσει τον κόσμο. Είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά είναι το σπίτι μου εδώ και σχεδόν 40 χρόνια», λέει η συγγραφέας. Η ίδια παραδέχεται ότι δεν μπορεί να κατεβεί να πετάξει τα σκουπίδια με τις πιτζάμες, γιατί ο κόσμος τη φωτογραφίζει ή τη ρωτά αν είναι «η γυναίκα που μένει από πάνω», σαν να είναι χαρακτήρας σε έκθεση. Παρά τις ιδιαιτερότητες αυτές, η Βιλαδομιού αναγνωρίζει ανοιχτά ότι πρόκειται για σπάνιο προνόμιο.

Θυμούμενη τα παλιότερα χρόνια, η Βιλαδομιού αναφέρει πως όταν μετακόμισε το 1988, το κτίριο έσφυζε από ζωή με πολλούς γείτονες. Στη συνέχεια, η τράπεζα που το απέκτησε αποζημίωσε γενναιόδωρα τους άλλους ενοίκους για να αποχωρήσουν. Σε εκείνη και τον σύζυγό της, ωστόσο, δεν έγινε ποτέ αντίστοιχη πρόταση. «Αστειευόμαστε ότι μας κράτησαν σαν… αξιοθέατο», λέει χαρακτηριστικά. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν νομικοί περιορισμοί για αλλαγές στο εσωτερικό του διαμερίσματος, η Βιλαδομιού δηλώνει ότι δεν θα άλλαζε τίποτα — ούτε καν τους παλιούς διακόπτες.

Από το διαμέρισμά της έχουν περάσει κατά καιρούς σημαντικές προσωπικότητες, όπως η αρχιτέκτονας Ζάχα Χαντίντ και ο σχεδιαστής μόδας Ζαν Πολ Γκοτιέ. Η εμπειρία της ζωής στη Casa Milà αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο της «The Last Tenant», στο οποίο συνδυάζει προσωπικές ιστορίες με μαρτυρίες πρώην ενοίκων του κτιρίου.

Τι ακολουθεί: Το 2026 και η επέτειος Γκαουντί

Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο του Αντόνι Γκαουντί, μια επέτειος που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη φιλοσοφία πίσω από τα έργα του. Τα κτίριά του δεν σχεδιάστηκαν για να θαυμάζονται από απόσταση, αλλά για να κατοικούνται. Η παρουσία της Βιλαδομιού στη Casa Milà λειτουργεί ως ζωντανή υπενθύμιση αυτής της αρχής. Το κτίριο συνεχίζει να έχει ιστορία προς γράψιμο — με κατοίκους, επισκέπτες και ανθρώπους που το κάνουν σπίτι τους, όπως έκανε και ο Γκαουντί οραματίστηκε πριν από έναν αιώνα.

Σχετικά άρθρα