Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχωρά με την αύξηση των δασμών αυτοκινήτων ΕΕ από 15% σε 25%, πλήττοντας βαριά την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, επιβεβαίωσε τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026 σε συνέντευξή του στο CNBC ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να αναθεωρήσουν την απόφαση. Η κίνηση αυτή προκαλεί νέα επιδείνωση στις σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ, οι οποίες ήδη βρίσκονταν υπό πίεση λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Τι έγινε: Από το 15% στο 25% με μία ανακοίνωση
Ο Τραμπ ανακοίνωσε την Παρασκευή 1 Μαΐου 2026 ότι θα αυξήσει τους δασμούς αυτοκινήτων ΕΕ στο 25% — από το 15% που είχε συμφωνηθεί τον περασμένο Αύγουστο. Ο Αμερικανός πρόεδρος αιτιολόγησε την απόφαση υποστηρίζοντας πως η ΕΕ δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της βάσει της εμπορικής συμφωνίας που είχε συναφθεί με την Ουάσινγκτον. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε επιβάλει αρχικά δασμό 25% σε όλες τις παγκόσμιες εισαγωγές αυτοκινήτων επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας, και στη συνέχεια είχε μειώσει τους δασμούς για την ΕΕ σε καθαρό 15% μέσω ειδικής συμφωνίας τον Αύγουστο. Η τωρινή αύξηση σηματοδοτεί επιστροφή στην αρχική σκληρή γραμμή.

Ο Γκριρ επιβεβαίωσε ότι ενημέρωσε Ευρωπαίους και Γερμανούς αξιωματούχους εμπορίου το Σαββατοκύριακο για την επικείμενη κίνηση. «Ήμουν σε επαφή με Ευρωπαίους και Γερμανούς αξιωματούχους εμπορίου αυτό το Σαββατοκύριακο για να τους βοηθήσω να καταλάβουν γιατί συνέβαινε αυτό», δήλωσε στο CNBC. Ερωτηθείς αν πρόκειται για μέρος διαπραγμάτευσης ή μόνιμη κατάσταση, απάντησε ρητά: «Είναι ένα μέρος της συμφωνίας». Η αντίδραση των χρηματιστηριακών αγορών ήταν άμεση: ο πανευρωπαϊκός δείκτης αυτοκινήτων υποχώρησε κατά 2,3% έως τα μεσάνυχτα της Δευτέρας στο Λονδίνο, ενώ οι μετοχές Porsche, BMW, Mercedes-Benz και Volkswagen κατέγραψαν απώλειες από 2% έως 3%.
Αντιδράσεις: Βρυξέλλες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι οι Βρυξέλλες δεν συμμορφώθηκαν με την εμπορική συμφωνία του περασμένου Αυγούστου. Οι ευρωπαϊκές αρχές τόνισαν ότι θα κρατήσουν ανοιχτές όλες τις επιλογές τους για την προστασία των συμφερόντων της ΕΕ, εάν η Ουάσινγκτον παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας. Η διαφωνία για το τι συμφωνήθηκε και τι τηρήθηκε αποτελεί τον πυρήνα της εμπορικής διαμάχης μεταξύ των δύο πλευρών. Η σκληρή γλώσσα των Βρυξελλών αντικατοπτρίζει την ευρύτερη ανησυχία για τη σταθερότητα των διατλαντικών εμπορικών σχέσεων.

Ωστόσο, η εμπορική κρίση δεν αποτελεί απομονωμένο γεγονός — γύρω από αυτήν συσσωρεύονται και άλλα μέτωπα έντασης. Ο Τραμπ είχε αρχικά ανακαλέσει προσωρινά τους δασμούς καθώς κλιμακώνονταν οι εντάσεις για τον πόλεμο στο Ιράν και την άρνηση των ευρωπαϊκών χωρών να αναπτύξουν ναυτικές δυνάμεις για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Τώρα η επαναφορά του δασμού στο 25% συνοδεύεται από αμυντικές τριβές: ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε σχέδια απόσυρσης 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία. Αυτή η απόφαση ακολούθησε δηλώσεις του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ «ταπεινώνονται» από το Ιράν στις συνομιλίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Τι ακολουθεί: Αβέβαιο τοπίο για τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες
Η αύξηση των δασμών αυτοκινήτων ΕΕ στο 25% έρχεται σε δύσκολη συγκυρία για τον κλάδο, ο οποίος αντιμετώπιζε ήδη σοβαρές πιέσεις. Η Γερμανία, κυρίαρχος κατασκευαστής αυτοκινήτων στην ΕΕ, βλέπει τις εταιρείες της — BMW, Mercedes-Benz, Volkswagen και Porsche — να υφίστανται άμεσο χτύπημα στη χρηματιστηριακή τους αξία. Ο Γκριρ δήλωσε ότι θα συνεχίσει τις επαφές με Ευρωπαίους και Γερμανούς αξιωματούχους, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για περαιτέρω συζητήσεις — ωστόσο ξεκαθάρισε ότι ο Τραμπ δεν πρόκειται να αναστείλει την εφαρμογή των νέων δασμών. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επιλέξει αντίποινα ή θα αναζητήσει νέα συμφωνία με την Ουάσινγκτον.




