Με σαφή πρόθεση να αποστομώσει όσους προσδοκούσαν σκηνές εσωκομματικής αντιπαράθεσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέστη στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας την Πέμπτη 7 Μαΐου με στόχο να εκπέμψει μήνυμα συνοχής. Ο πρωθυπουργός κάλεσε τους βουλευτές σε ειλικρινή διάλογο, θέτοντας ωστόσο σαφή πλαίσια στη συζήτηση, αποτρέποντας τη μετατροπή της σε δημόσιο πλυντήριο εσωτερικών διαφορών. Μετά το πέρας της συνεδρίασης, ο Μητσοτάκης δήλωσε ικανοποιημένος από την πορεία των εργασιών, τονίζοντας ότι «διαψεύστηκαν όλοι όσοι περίμεναν ότι θα τσακωνόμασταν» και αξιολογώντας τις παρεμβάσεις ως «ουσιαστικές και ευπρεπείς». Το κλίμα, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν αρκετά πιο ήπιο από ό,τι είχε προαναγγελθεί.
Ενίσχυση του βουλευτή και το επιτελικό κράτος στο επίκεντρο
Ένα από τα κεντρικά θέματα που ανέδειξε ο πρωθυπουργός ήταν η ανάγκη αναβάθμισης του ρόλου του βουλευτή στο πολιτικό σύστημα. Ο Μητσοτάκης άνοιξε μάλιστα παράθυρο για συνταγματική κατοχύρωση της επικοινωνίας μεταξύ βουλευτών και δημόσιας διοίκησης, υπό αυστηρές προϋποθέσεις διαφάνειας, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα ότι η κυβέρνηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τους προβληματισμούς της βάσης. Παράλληλα, υπερασπίστηκε με θέρμη το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», αντιμετωπίζοντας τις επικρίσεις που είχαν διατυπωθεί από αρκετούς βουλευτές. Χαρακτήρισε τη στήριξη που του έδωσαν οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι «την καλύτερη απάντηση» στους επικριτές, αποκαλώντας το επιτελικό κράτος «κατάκτηση» της κυβερνητικής θητείας. Σε αυτό το πλαίσιο, τόνισε χαρακτηριστικά ότι «είναι πολύ σημαντικό να ιδρώσουμε όλοι μαζί τη φανέλα», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι υπάρχουν «αποκλίσεις στον ενθουσιασμό» ορισμένων μελών απέναντι στο κυβερνητικό έργο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στην έννοια μιας «σιωπηλής πλειοψηφίας» που, κατά την εκτίμησή του, έχει ταυτίσει το μέλλον της με την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι αυτή η πλειοψηφία είναι ευρύτερη από αυτό που αποτυπώνουν τα ποσοστά του κόμματος στις δημοσκοπήσεις, στέλνοντας ένα μήνυμα αισιοδοξίας προς τους βουλευτές. Υπογράμμισε ότι «πρέπει να δίνουμε και τις δύσκολες μάχες», σε μια προσπάθεια να τονώσει το ηθικό εκείνων που φαίνεται να έχουν κουραστεί από τις διαρκείς πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ωστόσο, οι αιχμές για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, τη σχέση υπουργών και βουλευτών, αλλά και το ίδιο το επιτελικό κράτος δεν απουσίασαν από τις παρεμβάσεις.
Η κίνηση που εκτόνωσε τις εντάσεις
Καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση του συνολικού κλίματος θεωρήθηκε μια συγκεκριμένη δήλωση του Μητσοτάκη που αφορούσε την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο πρωθυπουργός διαβεβαίωσε ότι οι βουλευτές της ΝΔ που αντιμετωπίζουν νομικές διώξεις μετά την άρση της βουλευτικής τους ασυλίας θα συμπεριληφθούν κανονικά στα ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών, εφόσον το επιθυμούν οι ίδιοι. Η μοναδική προϋπόθεση που τέθηκε ήταν να μην υπάρχουν τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος τους. Η τοποθέτηση αυτή λειτούργησε εκτονωτικά για σημαντική μερίδα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί έντονη δυσαρέσκεια για τη φερόμενη ως διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ των εμπλεκόμενων υπουργών και βουλευτών στην ίδια υπόθεση. Η αίσθηση αδικίας που είχε συσσωρευτεί σε μέρος της ΚΟ φαίνεται να αμβλύνθηκε, τουλάχιστον προσωρινά, από αυτή την εγγύηση.
Αποχωρώντας από τη συνεδρίαση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε σκωπτικό ύφος για να απαντήσει στα ερωτήματα των δημοσιογράφων. Ερωτηθείς για το αν υπήρξε «γκρίνια» στο εσωτερικό της ΚΟ, ο πρωθυπουργός απάντησε: «Πολύ λίγη. Τι πάει να πει γκρίνια; Εσείς γκρίνια ψάχνετε». Με χιούμορ, σχολίασε ότι «κάπως πρέπει να τα πείτε τώρα», υπενθυμίζοντας ότι είχε προαναγγελθεί ότι η συνεδρίαση «θα γίνει Κούγκι». Σε ερώτηση για το αν «αγαπήθηκε τελικά το επιτελικό κράτος», ο Μητσοτάκης απάντησε με χαρακτηριστική λακωνικότητα: «Το επιτελικό είχε την τιμητική του, αυτό είναι το μόνο βέβαιο». Παράλληλα, στη συζήτηση εντός της ΚΟ παρενέβη και ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος χαρακτήρισε «αστείες και γελοίες» τις δικογραφίες που έχουν στοιχειοθετηθεί εναντίον βουλευτών, σε μια τοποθέτηση που αντικατοπτρίζει το πνεύμα αντίδρασης που επικρατεί σε τμήμα της κοινοβουλευτικής ομάδας.




