Τα φιλόδοξα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για στρατιωτική επέμβαση στα Στενά του Ορμούζ ναυάγησαν πριν καν ξεκινήσουν, και ο κύριος λόγος δεν ήταν η αντίδραση του Ιράν, αλλά η οργή ενός από τους πιο στενούς συμμάχους της Αμερικής. Η λεγόμενη «Επιχείρηση Ελευθερία», που θα σηματοδοτούσε δυναμική αμερικανική παρέμβαση σε ένα από τα πιο στρατηγικά κρίσιμα σημεία του πλανήτη, έμεινε τελικά στα χαρτιά. Σύμφωνα με αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης που επικαλείται το NBC News, η Σαουδική Αραβία έθεσε εαυτήν εμπόδιο στις βλέψεις της Ουάσιγκτον, απαγορεύοντας ρητά τη χρήση των εγκαταστάσεων και του εναέριου χώρου της. Το μήνυμα του Ριάντ ήταν σαφές και αδιαπραγμάτευτο: η κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο δεν θα γινόταν ανεκτή.
Η επιχείρηση που ανακοινώθηκε πριν ερωτηθούν οι σύμμαχοι
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ επέλεξε να κάνει γνωστά τα σχέδιά του — μέσω social media, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους εταίρους του. Το Ριάντ δεν είχε λάβει έγκαιρη ενημέρωση για την επιχείρηση, και αυτός ο αιφνιδιασμός προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στη σαουδαραβική ηγεσία. Παράλληλα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, και άλλες χώρες της περιοχής όπως το Κατάρ και το Ομάν έμαθαν για τα σχέδια αφού αυτά είχαν ήδη ανακοινωθεί δημόσια, με τον συντονισμό να έρχεται εκ των υστέρων. Πρόκειται για μια διπλωματική ατυχία που αναδεικνύει βαθύτερα προβλήματα στις επικοινωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και των συμμάχων της στον Κόλπο.
Κρίσιμο σημείο καμπής αποτέλεσε η τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα στον Τραμπ και τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους που ενημέρωσαν το NBC, η συνομιλία δεν κατέληξε σε καμία συμφωνία, αφήνοντας τη διπλωματική ρήξη χωρίς γέφυρα. Αποτέλεσμα ήταν ο αμερικανός πρόεδρος να αναγκαστεί να αποφασίσει την προσωρινή αναστολή της «Επιχείρησης Ελευθερία», ξεκινώντας παράλληλα προσπάθειες αποκατάστασης της εμπιστοσύνης με τους βασικούς συμμάχους στην περιοχή. Το Ριάντ είχε ήδη δώσει ρητά να καταλάβουν στην Ουάσιγκτον ότι δεν θα επέτρεπε απογείωση αμερικανικών αεροσκαφών από τη στρατηγική βάση Prince Sultan, ούτε και τη χρήση του σαουδαραβικού εναέριου χώρου για την υποστήριξη της αποστολής. Η κίνηση αυτή ουσιαστικά «παρέλυσε» τα αμερικανικά επιχειρησιακά σχέδια.
Γιατί χωρίς τους συμμάχους οι ΗΠΑ δεν μπορούν να δράσουν στον Κόλπο
Η υπόθεση αυτή ανέδειξε με τον πιο εύγλωττο τρόπο την εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συνεργασία των περιφερειακών δυνάμεων για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχτηκαν ανοιχτά ότι χωρίς τη συνδρομή χωρών όπως η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία, το Κουβέιτ και το Ομάν, η επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούσε να υποστηριχθεί αποτελεσματικά. «Λόγω γεωγραφίας, χρειάζεται συνεργασία από τους περιφερειακούς εταίρους για να αξιοποιηθεί ο εναέριος χώρος τους κατά μήκος των συνόρων τους», ανέφερε χαρακτηριστικά ένας Αμερικανός αξιωματούχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόσθεσε, δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση.
Η βάση Prince Sultan αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους επιχειρησιακούς κόμβους των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή. Εκεί σταθμεύουν μαχητικά αεροσκάφη, ιπτάμενα τάνκερ ανεφοδιασμού και προηγμένα συστήματα αεράμυνας, τα οποία θα ήταν αναντικατάστατα για μια επιχείρηση όπως η «Ελευθερία». Ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποιεί τον όρο ABO — πρόσβαση, βάση και υπέρπτηση — για να περιγράψει την άδεια χρήσης εδάφους τρίτης χώρας, και αυτό ακριβώς το δικαίωμα αρνήθηκε το Ριάντ. Τα μαχητικά αεροσκάφη, σύμφωνα με τους αρχικούς σχεδιασμούς, θα παρείχαν μια αμυντική ομπρέλα για την προστασία των εμπορικών πλοίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Χωρίς αυτά, η επιχείρηση καθίστατο ανεφάρμοστη από κάθε άποψη.
Η αμερικανική παρουσία παραμένει — αλλά η διπλωματία τρίζει
Παρά την εμφανή διπλωματική αποτυχία, οι ΗΠΑ διατηρούν σημαντική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο, με δύο ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων, μαχητικά αεροσκάφη και πρόσθετες δυνάμεις υποστήριξης αναπτυγμένες στην περιοχή. Ωστόσο, η παρουσία αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να εγγυηθεί αποτελεσματική δράση χωρίς τη διπλωματική και λογιστική κάλυψη των περιφερειακών εταίρων. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση της «Επιχείρησης Ελευθερία» αναδεικνύει μια βαθύτερη αντίφαση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: η διάθεση για μονομερή δράση συγκρούεται με την πρακτική αναγκαιότητα της πολυμερούς συνεργασίας. Ο Τραμπ αναγκάστηκε να κάνει πίσω, και η «Ελευθερία» — τουλάχιστον προς το παρόν — παραμένει αναστολισμένη.




