Στο δρόμο για τη φυλακή οδηγείται ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης και η 56χρονη σύζυγός του, μετά την απόφαση προσωρινής κράτησής τους για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα στην Αμμουδάρα Ηρακλείου την Τρίτη 5 Ιουνίου. Το ζευγάρι θα μεταφερθεί σε σωφρονιστικό κατάστημα εκτός Κρήτης για λόγους ασφαλείας, καθώς η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονα συναισθήματα στην τοπική κοινωνία. Πριν από τη μεταγωγή του, ο Παρασύρης ζήτησε από τις αρχές μια τελευταία χάρη: να του επιτρέψουν να επισκεφθεί το μνήμα του γιου του. «Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετήσω», είπε με αισθητή συγκίνηση. Η σύζυγός του κρίθηκε ένοχη συνέργειας, γεγονός που σκιαγραφεί τις διαστάσεις μιας υπόθεσης που συγκλόνισε ολόκληρη την Κρήτη.
Αμετανόητος και γεμάτος οργή: Η απολογία του κατηγορούμενου
Ο Κώστας Παρασύρης εμφανίστηκε αμετανόητος κατά την απολογία του, εκφράζοντας με τον πιο ωμό τρόπο τα συναισθήματά του. «Αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι», είπε χαρακτηριστικά, αποκαλύπτοντας το βάθος της οργής που τον είχε κατακλύσει τα τελευταία χρόνια. Ξεκινώντας την αφήγηση του προσωπικού του δράματος, τόνισε ότι η ζωή του σταμάτησε στις 20 Οκτωβρίου 2023, την ημέρα που έχασε τον μοναχοπαίδι και μοναχογιό του. Από εκείνη τη στιγμή, όπως περιέγραψε, μετατράπηκε σε «σκιά του εαυτού του», χωρίς βούληση και χωρίς λόγο να συνεχίσει. Η καθημερινότητά του, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, ήταν μια αδυσώπητη εναλλαγή ανάμεσα στο νεκροταφείο, το σπίτι και τα δικαστήρια.
Ο Παρασύρης ισχυρίστηκε ότι επί δυόμιση χρόνια δεν έβλεπε καμία πρόοδο στην αναζήτηση δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο 21χρονος Νικήτας κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς να έχει ασκηθεί εναντίον του καμία ποινική δίωξη. Η κατάστασή του επιδεινωνόταν, όπως υποστήριξε, όταν τον έβλεπε στους δρόμους να τον ειρωνεύεται και να τον χλευάζει, κάνοντας σπινιές έξω από το σπίτι του και βάζοντας δυνατά μουσική. Πρόσθεσε επίσης ότι η οικογένεια του θύματος όχι μόνο δεν του εξέφρασε συμπαράσταση, αλλά τον κατήγγειλε ψευδώς ότι τάχα τους είχε πυροβολήσει έξω από το σπίτι τους. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου», παραδέχτηκε μέσα από τον πόνο του.
Μια ζωή σφραγισμένη από απώλειες και τραγικές συμπτώσεις
Στην απολογία του, ο Παρασύρης αποκάλυψε ένα ιδιαίτερα οδυνηρό οικογενειακό παρελθόν. Ανέφερε ότι τις ημέρες πριν από το έγκλημα δεν είχε κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες, ενώ πλησίαζε η γιορτή της Αγίας Ειρήνης που του ξύπναγε επώδυνες μνήμες. Πριν από εννέα χρόνια, ο Χαρίλαος Βαρότσης, γιος του πρώτου του ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση, είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο στο ίδιο ακριβώς σημείο — τον ίδιο στύλο — όπου έπεσε και ο γιος του. Ο Παρασύρης είχε βαπτίσει τον γιο του Γεώργιο προς τιμή του πρώτου του ξαδέρφου Γεωργίου Βαρότση, ο οποίος είχε σκοτωθεί σε τροχαίο το 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Η αλυσίδα αυτή των τραγικών συμπτώσεων, όπως την παρουσίασε ο ίδιος, λειτούργησε ως ακόμη ένα αποσταθεροποιητικό στοιχείο στην ήδη κλονισμένη ψυχική του κατάσταση.
Η συσσώρευση τόσων απωλειών και η αίσθηση αδικίας που περιέγραψε ο Κώστας Παρασύρης στο δικαστήριο δεν αποτελεί βεβαίως δικαιολόγηση για μια πράξη που στοίχισε τη ζωή σε έναν 21χρονο. Ωστόσο, η υπόθεση αναδεικνύει με οξύτατο τρόπο πόσο καταστροφικές μπορεί να αποβούν οι καθυστερήσεις της δικαιοσύνης για ψυχικά εξαντλημένες οικογένειες. Παράλληλα, το αίτημά του να επισκεφθεί τον τάφο του γιου του πριν ξεκινήσει η μεταγωγή του, αποτυπώνει με τραγικό τρόπο την αντιφατική φύση ενός ανθρώπου που εμφανίζεται αμετανόητος για την πράξη του, αλλά βαθιά συντετριμμένος από τον δικό του πόνο. Ο Παρασύρης και η σύζυγός του αναμένεται να μεταφερθούν σύντομα σε φυλακή εκτός Κρήτης, εκεί όπου θα αναμείνουν την τελική δικαστική κρίση για τις πράξεις τους.




