Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολύχρονης νομικής διαμάχης που φτάνει πλέον στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας. Μαζί με τη μητέρα της, δημοσιογράφο Ορσαλία (Λίνα) Αλεξίου, έχουν στρέψει τα νομικά τους βέλη κατά της ανέγερσης ενός νέου δημαρχιακού μεγάρου στην Αγία Παρασκευή, σε μια υπόθεση που αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στις αναπτυξιακές επιλογές των τοπικών αρχών και στα δικαιώματα των κατοίκων. Η νομική αυτή αντιπαράθεση, η οποία ξεκίνησε πριν από περισσότερα από μια δεκαετία, έχει διανύσει αρκετά δικαστικά στάδια και φαίνεται να μην πλησιάζει ακόμη στο τέλος της.
Το έργο που πυροδότησε τη διαμάχη
Στην αρχή της οδού Αγίου Ιωάννου, σε απόσταση αναπνοής από την κεντρική πλατεία της Αγίας Παρασκευής, βρίσκεται ένα οικόπεδο εκτάσεως 3.691 τετραγωνικών μέτρων, που ανήκει στο οικοδομικό τετράγωνο αριθμός 22. Για χρόνια, το συγκεκριμένο τεμάχιο γης χρησίμευε ως υπαίθριος χώρος στάθμευσης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της περιοχής. Ωστόσο, μετά από τροποποίηση του ρυμοτομικού πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Αγίας Παρασκευής, αποφασίστηκε η αξιοποίησή του για έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό: την ανέγερση ενός νέου, σύγχρονου δημαρχείου. Το σχεδιαζόμενο κτίριο προβλέπεται να αναπτυχθεί σε τέσσερις ορόφους, με πατάρι και τρία υπόγεια επίπεδα, τα οποία κατά κύριο λόγο θα εξυπηρετούν ανάγκες στάθμευσης. Το 2013 εκδόθηκαν η οικοδομική άδεια ανέγερσης — η οποία στο μεταξύ έχει αναθεωρηθεί — καθώς και η άδεια νομιμοποίησης κοπής 14 πεύκων που φύονται στο οικόπεδο.
Παράλληλα με τις διοικητικές διαδικασίες, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και η Λίνα Αλεξίου επέλεξαν να δράσουν νομικά. Οι δύο γυναίκες επικαλέστηκαν την ιδιότητά τους ως ένοικοι πολυκατοικίας που βρίσκεται σε ακίνητο όμορο με το επίμαχο οικόπεδο, υποστηρίζοντας ότι η κατασκευή θα επηρεάσει άμεσα και ουσιαστικά την καθημερινότητα και το περιβάλλον στο οποίο ζουν. Σε αυτό το πλαίσιο, άσκησαν προσφυγή ενώπιον της Διοικητικής Δικαιοσύνης, ζητώντας την ακύρωση τόσο της οικοδομικής άδειας όσο και της άδειας κοπής των δέντρων.
Μια μακρά πορεία στα δικαστήρια
Οι αντίδικοι της υπόθεσης είναι εμβληματικοί: ο Δήμος Αγίας Παρασκευής, η Περιφέρεια Αττικής, καθώς και οι υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Προστασίας του Πολίτη. Η Κωνσταντοπούλου και η μητέρα της υποστήριξαν ενώπιον των δικαστηρίων ότι το νομικό τους έννομο συμφέρον — το θεμέλιο κάθε δικαστικής προσφυγής — συνίστατο στην ανάγκη προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής όπου κατοικούν. Με άλλα λόγια, διεκδικούσαν όχι απλώς την αποφυγή ταλαιπωρίας, αλλά τη διαφύλαξη ενός τοπικού περιβάλλοντος που θεωρούν αξιόλογο και απειλούμενο. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, αφού εξέτασε τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών, απέρριψε την πλειονότητα των αιτημάτων των προσφευγουσών, κάνοντας δεκτούς μόνο μερικούς από τους λόγους που προβλήθηκαν. Αυτή η μερική νίκη — και ταυτόχρονα μερική ήττα — δεν ικανοποίησε κανέναν από τους εμπλεκόμενους.
Σε αυτό το πλαίσιο, και οι δύο πλευρές αποφάσισαν να ανεβάσουν τον αγώνα τους στο ανώτατο επίπεδο, προσφεύγοντας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η Κωνσταντοπούλου με τη μητέρα της επιδίωκαν να ακυρωθεί το εφετειακό σκέλος που τις δυσαρέστησε, ενώ ο Δήμος Αγίας Παρασκευής έσπευσε να αμφισβητήσει εκείνα τα σημεία της απόφασης που έκριναν εναντίον του. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Χρήστο Ντουχάνη και εισηγητή τον πάρεδρο Νικόλαο Βαγιωνάκη. Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα που κατέθεσε ο δήμος αφορούσε ένα νομικό ζήτημα που αφορά στο αν η οικοδομική άδεια — ως ενιαίο διοικητικό έγγραφο που εμπεριέχει και την κοπή δέντρων — έπρεπε να θεωρηθεί ληγμένη ένα χρόνο μετά την έκδοσή της. Σύμφωνα με τον δήμο, το Εφετείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, διότι συνέχεε την ενιαία οικοδομική άδεια με μια αυτοτελή άδεια κοπής δέντρων — δύο διαφορετικά νομικά εργαλεία με διαφορετικές προϋποθέσεις ισχύος.
Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των συγκρούσεων που προκαλούν τα αστικά αναπτυξιακά έργα, ειδικά όταν επηρεάζουν πυκνοκατοικημένες περιοχές με υπάρχον πράσινο. Το αποτέλεσμα της δίκης στο ΣτΕ αναμένεται να καθορίσει την τύχη του έργου, αλλά και να θέσει σημαντικά νομικά προηγούμενα σχετικά με το έννομο συμφέρον κατοίκων σε ανάλογες περιπτώσεις στο μέλλον.




