Η Τουρκία προχωρά σε μια από τις πιο προκλητικές νομοθετικές κινήσεις των τελευταίων χρόνων: η Άγκυρα ετοιμάζεται να ψηφίσει νόμο-ομπρέλα που θα προσδίδει επίσημο νομικό περίβλημα στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στο σύνολο των παράνομων διεκδικήσεών της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για μια ενέργεια που αλλάζει τα δεδομένα και ρίχνει σκιά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, υπονομεύοντας κάθε προοπτική διπλωματικής εκτόνωσης. Το βήμα αυτό του Ερντογάν δεν είναι απλώς ρητορικό — αποτελεί συστηματική επιχείρηση μετατροπής των χαρτών της φαντασίας σε νομική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τουρκικές πηγές, το εν λόγω νομοσχέδιο αναμένεται να κατατεθεί στην Εθνοσυνέλευση μετά το πέρας του Μπαϊραμιού, δηλαδή μετά τις 31 Μαΐου. Έπειτα από σύντομη νομοθετική διαδικασία, το κείμενο εκτιμάται ότι θα καταστεί νόμος του τουρκικού κράτους χωρίς ιδιαίτερες καθυστερήσεις. Το ακριβές περιεχόμενο του νομοσχεδίου δεν έχει ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα, γεγονός που εντείνει την ανησυχία τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία. Αυτό που είναι ήδη γνωστό, ωστόσο, είναι ότι η κίνηση αυτή έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Τουρκίας.
Αθήνα: Μονομερείς κινήσεις χωρίς διεθνή ισχύ
Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί με έντονη ανησυχία την κλιμάκωση αυτή και έχει ήδη μεταφέρει τις επιφυλάξεις της στην τουρκική πλευρά μέσω διπλωματικών καναλιών. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έκανε σαφές ότι κάθε μονομερής κίνηση που αντιτίθεται στο διεθνές δίκαιο δεν θα έχει καμία διεθνή εφαρμογή. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «αν οποιαδήποτε χώρα επιλέξει να λάβει μονομερώς μέτρα τα οποία θα έπρεπε να καθοριστούν σε πολυμερές ή διμερές επίπεδο, τότε θα πρόκειται για κινήσεις απλώς για εσωτερική χρήση». Το μήνυμα της Αθήνας είναι ξεκάθαρο: η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει και δεν πρόκειται να αναγνωρίσει κανενός είδους μονομερή νομοθετική κατοχύρωση παράνομων διεκδικήσεων. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά εκφράζει την ανησυχία ότι τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν ό,τι έχει περιγραφεί ως «ήρεμα νερά» στις διμερείς σχέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι η διπλωματική εκτόνωση που επιδιώκεται είναι πλέον δυσκολότερη από ποτέ. Η νομοθέτηση των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί ένα νομικό υπόβαθρο που, ακόμα και αν δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, θα χρησιμοποιείται από την Άγκυρα ως άλλοθι για διαρκείς εντάσεις στο πεδίο. Αυτό σημαίνει ότι η οποιαδήποτε μελλοντική οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών θα είναι πολύ πιο δύσκολη να επιτευχθεί μέσω διαπραγματεύσεων.
Εσωτερικές πιέσεις και γεωπολιτικές ανησυχίες πίσω από την κίνηση
Πέρα από τη γεωπολιτική διάσταση, η απόφαση αυτή του Ερντογάν έχει έντονα εσωτερική χροιά. Τις τελευταίες εβδομάδες, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχουν κατακλυστεί από δημοσιεύματα και δηλώσεις που παρουσιάζουν τη συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου με Ισραήλ και Γαλλία ως άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Παράλληλα, τόσο η αξιωματική αντιπολίτευση όσο και η εθνικιστική συμπολίτευση κατηγορούν την κυβέρνηση Ερντογάν ότι έχει δήθεν αδρανοποιήσει τις ερευνητικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο και ανέχεται «τετελεσμένα» στο Αιγαίο. Αυτό το τοξικό εσωτερικό κλίμα πιέζει τον Ερντογάν να αποδείξει ότι δεν έχει εγκαταλείψει τους εθνικιστικούς στόχους της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Άγκυρα, επιπλέον, αντιλαμβάνεται τη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ ως στρατηγική περικύκλωση, με τις δύο χώρες να λειτουργούν ως «ενεργούμενα» του Ισραήλ στην περιοχή. Η απόφαση να νομοθετηθούν οι τουρκικές διεκδικήσεις αποτελεί, με αυτή την ανάγνωση, και μια ξεκάθαρη απάντηση στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η κίνηση αυτή κινδυνεύει να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η Τουρκία: αντί να αποτρέψει τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου με τρίτες χώρες, πιθανότατα θα την ενισχύσει, καθώς οι εταίροι της Αθήνας θα κληθούν να τοποθετηθούν απέναντι στην τουρκική νομοθετική πρόκληση.




