Ο γαλλικός νόμος ανοίγει δρόμο για τα θραύσματα Παρθενώνα
Κοινωνία

Ο γαλλικός νόμος ανοίγει δρόμο για τα θραύσματα Παρθενώνα

19 Μαΐου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Ένα σημαντικό νομικό επιχείρημα για την επιστροφή τμημάτων των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Μουσείο του Λούβρου στην Αθήνα θέτει η Κατερίνα Τιτή, δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) της Γαλλίας. Σε άρθρο της στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, η Ελληνίδα επιστήμονας εξετάζει αν ο νέος νόμος για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών — που υιοθετήθηκε από το Γαλλικό Κοινοβούλιο στις 7 Μαΐου — ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή τουλάχιστον ορισμένων θραυσμάτων στη χώρα προέλευσής τους. Το συμπέρασμά της είναι τολμηρό: οι προϋποθέσεις για την επιστροφή ορισμένων εκ των θραυσμάτων ενδέχεται να πληρούνται ήδη. Η ανάλυση αυτή έρχεται σε μια εποχή κατά την οποία το ζήτημα της επιστροφής αρχαιοτήτων βρίσκεται για άλλη μια φορά στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης.

Ο νέος νόμος: ιστορικός, αλλά με σαφή όρια

Η ψήφιση του νέου νόμου χαρακτηρίστηκε από πολλούς αναλυτές ως ιστορική. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Κατερίνα Τιτή, το νομοθέτημα περιλαμβάνει σειρά σημαντικών περιορισμών που καθιστούν την εφαρμογή του ιδιαίτερα σύνθετη. Πρώτος και κυριότερος περιορισμός είναι το χρονικό όριο που θέτει ο νόμος: μόνο αποκτήσεις πολιτιστικών αγαθών που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1815 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει εξαιρέσεις για αρχαιολογικά έργα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο συμφωνιών διαμοιρασμού ευρημάτων από ανασκαφές ή μέσω ανταλλαγής για επιστημονικές μελέτες. Το αποτέλεσμα είναι ότι για κάθε αντικείμενο απαιτείται εις βάθος έρευνα της προέλευσής του, κάτι που συχνά δυσχεραίνεται από την έλλειψη εύκολα προσβάσιμων αρχειακών πληροφοριών. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξέταση των θραυσμάτων του Παρθενώνα που φυλάσσονται στο Λούβρο αποτελεί, κατά την ερευνήτρια, ένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό παράδειγμα εφαρμογής της νέας νομοθεσίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ υπήρξε εκτεταμένος δημόσιος διάλογος για την υπόσχεση που έδωσε ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν το 2017 σχετικά με την επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της υποσαχάριας Αφρικής, η τύχη αρχαιοτήτων από άλλες περιοχές — αιγυπτιακών, ελληνικών, ετρουσκικών και ρωμαϊκών — παρέμεινε στη Γαλλία ένα θέμα ταμπού. Η νέα νομοθεσία αποτελεί μια ρήξη με αυτή την παράδοση σιωπής, αν και η πορεία προς πραγματικές επιστροφές εξακολουθεί να είναι μακρά. Το Μουσείο του Λούβρου κατέχει μεγάλο αριθμό ελληνικών αρχαιοτήτων, ανάμεσά τους θραύσματα που είτε επιβεβαιωμένα είτε κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από τον Παρθενώνα. Η ερώτηση πλέον δεν είναι μόνο αν αυτά τα αντικείμενα αποκτήθηκαν νόμιμα, αλλά αν η Γαλλία διαθέτει πλέον τη νομική βάση για να τα κρατά.

Λεηλασία κατ’ εντολή: η ιστορία των θραυσμάτων

Η ιστορία της απόκτησης των θραυσμάτων του Παρθενώνα από τη Γαλλία είναι γεμάτη σκοτεινές σελίδες. Δύο από αυτά «ανακαλύφθηκαν» τα έτη 1788 και 1789 από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φοβέλ (17531838), έναν ζωγράφο, διπλωμάτη και αρχαιολόγο που εργαζόταν εκείνη την εποχή για τον πρέσβη της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Φοβέλ δεν ενεργούσε από προσωπική πρωτοβουλία· είχε λάβει σαφείς και εντελώς αδίστακτες οδηγίες από τον εργοδότη του. Τα λόγια εκείνου έχουν μείνει χαραγμένα στην ιστορία ως απτή απόδειξη της αποικιοκρατικής νοοτροπίας της εποχής: «Πάρτε ό,τι μπορείτε, χρησιμοποιήστε κάθε δυνατό τρόπο, αγαπητέ μου, για να λεηλατήσετε στην Αθήνα και στην επικράτειά της οτιδήποτε μπορεί να λεηλατηθεί. Μη λυπηθείτε ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς». Η φράση αυτή αποτελεί ίσως την πιο εύγλωττη σύνοψη του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκαν πολλές «συλλογές» των μεγάλων ευρωπαϊκών μουσείων.

Το πρώτο από τα δύο θραύσματα, γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, ανήκει στη ζωφόρο του Παρθενώνα και κατασχέθηκε από τους επαναστάτες το 1792 μόλις έφτασε στη Γαλλία. Η ένταξή του στη δημόσια περιουσία, επομένως, προηγείται χρονικά του κρίσιμου ορόσημου του 1815, γεγονός που εγείρει αμφιβολίες για το κατά πόσο εμπίπτει στο νέο νόμο. Παράλληλα, το δεύτερο θραύσμα αποτελεί μια μετόπη — τμήμα ανάγλυφης παράστασης — που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα, και η νομική του τύχη παραμένει αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης. Η Κατερίνα Τιτή τονίζει ότι η επιστημονική τεκμηρίωση της ιστορίας κάθε αντικειμένου ξεχωριστά είναι απαραίτητη πριν από οποιαδήποτε νομική αξίωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συστηματική αρχειακή έρευνα στα γαλλικά αρχεία καθίσταται πλέον επιτακτική ανάγκη.

Νέες προοπτικές για την ελληνική διεκδίκηση

Σε ευρύτερο επίπεδο, η νέα γαλλική νομοθεσία αποτελεί σημείο καμπής για τη διεθνή συζήτηση περί επιστροφής πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι η πρώτη φορά που μια μεγάλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα θεσμοθετεί νομικό πλαίσιο που δυνητικά επιτρέπει την επιστροφή αρχαιοτήτων από κρατικά μουσεία, αμφισβητώντας την αρχή της απαλλοτρίωσης που εφαρμόζουν τα μεγάλα εγκυκλοπαιδικά μουσεία. Το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα παραμένει ένα από τα πιο συμβολικά αγκάθια στις διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις, με την Ελλάδα να διεκδικεί εδώ και δεκαετίες την επιστροφή τους από πλήθος ευρωπαϊκών συλλογών. Ωστόσο, η δημοσίευση αυτής της ανάλυσης σε μια πολυδιαβασμένη εφημερίδα όπως η Le Monde αναμένεται να δώσει νέα ώθηση στον διπλωματικό διάλογο μεταξύ Αθήνας και Παρισιού. Η δουλειά της Κατερίνας Τιτή υπενθυμίζει ότι η νομική επιχειρηματολογία για τα Μάρμαρα δεν έχει εξαντληθεί — και ότι το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό.

Σχετικά άρθρα