Κύκλωμα «μαϊμού» ΔΕΔΔΗΕ: 10 συλλήψεις και 2 εκατ. ευρώ
Κοινωνία

Κύκλωμα «μαϊμού» ΔΕΔΔΗΕ: 10 συλλήψεις και 2 εκατ. ευρώ

22 Μαΐου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Σε εκτεταμένη αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 21 Μαΐου 2026 στη Δυτική Αττική, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος κατάφερε να εξαρθρώσει οργανωμένο κύκλωμα τηλεφωνικής απάτης που δρούσε ανενόχλητο για μήνες σε ολόκληρη τη χώρα. Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης παρίσταναν υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές, ξεγελώντας ανυποψίαστους πολίτες και αποσπώντας τους χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Η επιχείρηση κατέληξε στη σύλληψη 10 ατόμων, μεταξύ των οποίων οι φερόμενοι αρχηγοί της οργάνωσης, τηλεφωνητές και προμηθευτές καρτών SIM. Ταυτόχρονα, εντοπίστηκε και απενεργοποιήθηκε το «τηλεφωνικό κέντρο» από το οποίο συντονιζόταν η παράνομη δράση τους σε εθνικό επίπεδο.

Πώς λειτουργούσε το κύκλωμα: Ρόλοι, μέθοδοι και παγίδες

Η οργάνωση είχε τεθεί σε λειτουργία τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2025, έχοντας διαμορφώσει σαφή ιεραρχία και διακριτά καθήκοντα για κάθε μέλος της. Ως βάση επιχειρήσεων χρησιμοποιούσαν ένα ιδιωτικό σπίτι, πλήρως εξοπλισμένο ώστε να λειτουργεί ως επαγγελματικό τηλεφωνικό κέντρο, από το οποίο οι τηλεφωνητές πραγματοποιούσαν μαζικές κλήσεις σε πολίτες σε όλη τη χώρα. Τα υποψήφια θύματα εντοπίζονταν μέσα από τηλεφωνικούς καταλόγους, με τη δράση να εκτείνεται σε περιοχές πολύ πέρα από τα όρια της Αττικής. Ο βαθμός οργάνωσης του κυκλώματος καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητους απατεώνες, αλλά για μία δομημένη εγκληματική επιχείρηση με σαφή στρατηγική και συστηματική εκτέλεση.

Τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούσαν δύο κυρίως προσχήματα για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους. Παριστάνοντας υπαλλήλους ΔΕΔΔΗΕ, επικαλούνταν δήθεν διαρροές ρεύματος ή τεχνικά προβλήματα που απαιτούσαν άμεση αντιμετώπιση, ενώ στον ρόλο του λογιστή επικαλούνταν φορολογικές εκκρεμότητες ή την ανάγκη «ασφάλισης» χρημάτων και τιμαλφών. Αφού έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώσουν μετρητά και κοσμήματα σε συγκεκριμένα σημεία, συνεργοί εμφανίζονταν επί τόπου — είτε με φυσική παρουσία, είτε με το πρόσχημα «εκτίμησης» ή «καταμέτρησης» — και αφαιρούσαν τα πολύτιμα αντικείμενα χωρίς οι ιδιοκτήτες να αντιδράσουν. Ωστόσο, η μέθοδος ήταν τόσο πειστική που πολλά θύματα δεν αντιλαμβάνονταν αμέσως ότι είχαν εξαπατηθεί, χάνοντας σημαντικά ποσά και κοσμήματα.

Η επιχείρηση, τα ευρήματα και η συνέχεια της έρευνας

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει από την έρευνα μέχρι στιγμής, η οργάνωση κατάφερε να εξαπατήσει θύματα σε τουλάχιστον 58 καταγεγραμμένες περιπτώσεις, αποκομίζοντας παράνομο κέρδος που υπολογίζεται σε 2.000.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ποσό που αναδεικνύει τη συστηματική φύση των απατών και τον υψηλό βαθμό επιτυχίας της εγκληματικής επιχείρησης κατά ευάλωτων πολιτών. Κατά τις έρευνες που πραγματοποίησαν οι αστυνομικές αρχές, κατασχέθηκαν 60 κάρτες SIM, 23 κινητά τηλέφωνα, 6.020 ευρώ μετρητά, τιμαλφή, ζυγαριά ακριβείας και οχήματα. Η ζυγαριά ακριβείας, ιδίως, υποδηλώνει ότι τα μέλη της οργάνωσης εκτιμούσαν τα κοσμήματα επί τόπου, επιλέγοντας τα πλέον πολύτιμα πριν τα παρλαμβάνουν.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι η οργάνωση είχε λάβει εκτεταμένα αντίμετρα για να αποφύγει τον εντοπισμό της. Τα μέλη της μετέφεραν συχνά την έδρα του τηλεφωνικού κέντρου, άλλαζαν αριθμούς σύνδεσης και χρησιμοποιούσαν μεγάλο αριθμό καρτών SIM που αντικαθιστούνταν τακτικά, καθιστώντας δύσκολη την ψηφιακή ιχνηλάτησή τους. Παράλληλα, είχαν τοποθετήσει κάμερες επιτήρησης στους χώρους δράσης τους, ώστε να εντοπίζουν εγκαίρως τυχόν αστυνομική κινητοποίηση στην περιοχή. Η στρατηγική αυτή τους επέτρεψε να παραμένουν «στη σκιά» για αρκετούς μήνες, συνεχίζοντας ανενόχλητοι τη δράση τους σε βάρος ανυποψίαστων συμπολιτών μας.

Οι 10 συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, ενώ η αστυνομία τονίζει ότι η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και ενδέχεται να ακολουθήσουν νέες συλλήψεις. Στόχος των αρχών είναι η πλήρης χαρτογράφηση της δράσης της οργάνωσης, ο εντοπισμός τυχόν επιπλέον εμπλοκής σε άλλες υποθέσεις και η ταυτοποίηση όλων των συνεργών. Η υπόθεση αποτελεί ηχηρή υπενθύμιση για τους πολίτες να ασκούν ιδιαίτερη προσοχή όταν δέχονται αναπάντεχες κλήσεις από υποτιθέμενους δημόσιους υπαλλήλους ή επαγγελματίες που ζητούν χρήματα ή πολύτιμα αντικείμενα. Ο ΔΕΔΔΗΕ και καμία δημόσια αρχή δεν επικοινωνεί τηλεφωνικά ζητώντας από τους πολίτες να συγκεντρώσουν μετρητά ή κοσμήματα για οποιονδήποτε λόγο.

Σχετικά άρθρα