Σοβαρές καταγγελίες για κακοποίηση, βιασμό και ξυλοδαρμούς εγείρουν οι ακτιβιστές του στολίσκου για τη Γάζα που αφέθηκαν ελεύθεροι από ισραηλινές φυλακές την Παρασκευή 22 Μαΐου 2026. Οι ακτιβιστές είχαν συλληφθεί στις 19 Μαΐου ενώ επιχειρούσαν να μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια στη Λωρίδα της Γάζας. Οι καταγγελίες έχουν προκαλέσει διεθνή κατακραυγή και ανοίγουν νέο μέτωπο διπλωματικής πίεσης κατά του Ισραήλ. Η ισραηλινή σωφρονιστική υπηρεσία αρνείται κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες.
Τι έγινε: Σύλληψη 430 ακτιβιστών σε διεθνή ύδατα
Οι ισραηλινές δυνάμεις συνέλαβαν την Τρίτη 19 Μαΐου 2026 συνολικά 430 ακτιβιστές που επέβαιναν σε 50 πλοία σε διεθνή ύδατα, σταματώντας τον στολίσκο του οργανισμού Global Sumud που μετέφερε ανθρωπιστικές προμήθειες προς τη Γάζα. Μετά τη σύλληψή τους, οι ακτιβιστές μεταφέρθηκαν σε ισραηλινές φυλακές, από όπου αφέθηκαν ελεύθεροι λίγες ημέρες αργότερα. Κατά την επιστροφή τους στις χώρες τους, πολλοί εξ αυτών εμφανίστηκαν με ορατά τραύματα και άρχισαν να περιγράφουν τις συνθήκες κράτησής τους.

Οι διοργανωτές του στολίσκου Global Sumud ανακοίνωσαν μέσω Telegram ότι καταγράφηκαν τουλάχιστον 15 περιπτώσεις σεξουαλικών επιθέσεων, συμπεριλαμβανομένου βιασμού. Παράλληλα, ανέφεραν πυροβολισμούς με πλαστικές σφαίρες από κοντινή απόσταση και σπασμένα κόκαλα σε δεκάδες ακτιβιστές. Πολλοί από τους συλληφθέντες εξακολουθούν να νοσηλεύονται σε νοσοκομεία των χωρών τους με σοβαρά τραύματα. Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις μαρτυρίες είναι εξαιρετικά σκληρή και έχει συνταράξει τη διεθνή κοινότητα.
Ο Λούκα Πότζι, Ιταλός οικονομολόγος που συμμετείχε στον στολίσκο, μίλησε στο Reuters κατά την άφιξή του στη Ρώμη και περιέγραψε με λεπτομέρεια όσα βίωσε: «Μας έγδυσαν, μας πέταξαν στο έδαφος, μας κλώτσησαν. Πολλοί από εμάς δέχτηκαν επίθεση με τέιζερ, κάποιοι δέχτηκαν σεξουαλική επίθεση και σε κάποιους αρνήθηκαν την πρόσβαση σε δικηγόρο». Η Ιλάρια Μανκόσου ανέφερε ότι οι ακτιβιστές κρατήθηκαν σε «πλοία-φυλακές», όπου υπέστησαν ξυλοδαρμούς, κατάγματα πλευρών και έλλειψη βασικών συνθηκών διαβίωσης.

Αντιδράσεις: Διεθνής κατακραυγή και ευρωπαϊκές κυρώσεις στο τραπέζι
Η ισραηλινή σωφρονιστική υπηρεσία αρνήθηκε κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες. «Οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν είναι ψευδείς και χωρίς καμιά απολύτως τεκμηριωμένη βάση», δήλωσε εκπρόσωπός της, προσθέτοντας ότι «όλοι οι φυλακισμένοι και συλληφθέντες κρατούνται σύμφωνα με τον νόμο, με πλήρη σεβασμό στα βασικά τους δικαιώματα». Η υπηρεσία διευκρίνισε επίσης ότι «η ιατρική περίθαλψη παρέχεται σύμφωνα με την επαγγελματική ιατρική κρίση και τις οδηγίες του υπουργείου Υγείας». Το Reuters δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα τις καταγγελίες.
Ωστόσο, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αντέδρασαν με σαφήνεια. Η Γερμανία επιβεβαίωσε ότι ορισμένοι υπήκοοί της τραυματίστηκαν και χαρακτήρισε ορισμένες κατηγορίες «σοβαρές», χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Η Γαλλία επίσης ανέφερε ότι πολίτες της χρειάστηκαν νοσηλεία. Η Ισπανία ανακοίνωσε ότι 44 Ισπανοί ακτιβιστές αναμένεται να επιστρέψουν στη χώρα, ενώ τέσσερις εξ αυτών έλαβαν ιατρική περίθαλψη για τραύματα.
Επιπλέον πυρ στη διπλωματική κρίση άναψε το βίντεο που δημοσίευσε ο Ισραηλινός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, το οποίο παρουσίαζε τη σκληρή μεταχείριση των ξένων ακτιβιστών κατά τη σύλληψή τους. Οι εικόνες προκάλεσαν άμεση διεθνή κατακραυγή. Η Ιταλία ανέφερε ότι κράτη-μέλη της ΕΕ συζητούν την επιβολή κυρώσεων κατά του Μπεν Γκβιρ προσωπικά. Παράλληλα, εισαγγελείς της Ρώμης διερευνούν πιθανά εγκλήματα απαγωγής, βασανιστηρίων και σεξουαλικής επίθεσης.
Τι ακολουθεί: Δικαστικές έρευνες και πίεση στο Ισραήλ
Οι διοργανωτές του Global Sumud τόνισαν ότι η μεταχείριση που υπέστησαν οι ακτιβιστές τους αποτελεί «μια απλή ματιά στη βιαιότητα που το Ισραήλ επιβάλλει καθημερινά σε Παλαιστίνιους ομήρους». Η δήλωση αυτή θέτει τα όσα συνέβησαν σε ευρύτερο πλαίσιο, ενισχύοντας τη διεθνή πίεση για λογοδοσία. Οι ιταλικές εισαγγελικές αρχές κινούνται ήδη δικαστικά, με τους εισαγγελείς της Ρώμης να ερευνούν επίσημα κατηγορίες απαγωγής, βασανιστηρίων και σεξουαλικής επίθεσης. Η έρευνα αυτή ενδέχεται να αποκτήσει διακρατικές διαστάσεις, καθώς πολίτες πολλών ευρωπαϊκών χωρών συμμετείχαν στον στολίσκο. Ο ισραηλινός στρατός παρέπεμψε τα ερωτήματα στο υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο με τη σειρά του παρέπεμψε στη σωφρονιστική υπηρεσία, χωρίς να δοθεί ουσιαστική απάντηση.




