Βαριά καταδίκη για έναν 53χρονο εργαζόμενο σε γηροκομείο στη Βρετανία, ο οποίος σεξουαλικά κακοποιούσε ηλικιωμένες γυναίκες που έπασχαν από άνοια και κατέγραφε μέρος των πράξεών του σε βίντεο. Ο Ντέιβιντ Τζόουνς καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών από το Κακουργιοδικείο της κομητείας του Κεντ, σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει σοκ στη βρετανική κοινή γνώμη. Στην κατοχή του βρέθηκε επίσης υλικό παιδικής πορνογραφίας, ενώ στο φωτογραφικό υλικό που κατασχέθηκε εμφανίζονται και άλλα πιθανά θύματα που δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί.
Τι έγινε στο γηροκομείο του Κεντ
Ο Ντέιβιντ Τζόουνς, 53 ετών, εργαζόταν ως υπάλληλος σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων όταν επέλεγε συστηματικά γυναίκες με άνοια — θύματα που αδυνατούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να καταγγείλουν τι τους συνέβαινε. Κλειδωνόταν μαζί τους στα δωμάτιά τους και τις κακοποιούσε σεξουαλικά, ενώ παράλληλα κατέγραφε μέρος των πράξεών του. Ο δικαστής περιέγραψε τη δράση του ως αποτέλεσμα «διεστραμμένης σεξουαλικής ικανοποίησης».
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν συνάδελφός του τον εντόπισε μέσα στο δωμάτιο μιας τρόφιμου με κατεβασμένο το παντελόνι. Ακολούθησε άμεσα έρευνα στο κινητό του τηλέφωνο, κατά την οποία οι αρχές διαπίστωσαν την πλήρη έκταση της δράσης του μέσα από φωτογραφίες και βίντεο. Μέσω του φωτογραφικού υλικού που ο ίδιος είχε τραβήξει, η αστυνομία κατάφερε να ταυτοποιήσει και ένα δεύτερο θύμα. Παράλληλα, οι αρχές εντόπισαν στην κατοχή του υλικό παιδικής πορνογραφίας, καθώς και «πληθώρα» φωτογραφιών που φέρονται να απεικονίζουν άλλα πιθανά θύματα από το ίδιο γηροκομείο, τα οποία μέχρι στιγμής δεν έχουν αναγνωριστεί.
Το Κακουργιοδικείο του Κεντ άκουσε στις 22 Μαΐου 2026 ότι το προσωπικό του γηροκομείου είχε αρχίσει ήδη από πέρυσι να ανησυχεί για τη συμπεριφορά του Τζόουνς. Μία συνάδελφός του είχε επισημάνει ότι επισκεπτόταν μία συγκεκριμένη τρόφιμο πολύ πιο συχνά από όσο απαιτούσαν τα καθήκοντά του, ενώ ταυτόχρονα παραμελούσε τη φροντίδα άλλων ηλικιωμένων. Ο 53χρονος παραδέχθηκε την ενοχή του για δύο βιασμούς και για κατοχή άσεμνου υλικού με ανηλίκους.

Αντιδράσεις και δηλώσεις του δικαστηρίου
Ο δικαστής Σάιμον Τζέιμς, που προήδρευσε της δίκης, δεν άφησε αμφιβολίες για τη σοβαρότητα των πράξεων. «Και τα δύο ηλικιωμένα θύματά σας ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα», είπε απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο. «Η μία δεν είχε καμία δυνατότητα συναίνεσης και η άλλη, επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει, αδυνατούσε να επικοινωνήσει ή να καταγγείλει όσα υπέστη». Ο δικαστής Τζέιμς χαρακτήρισε τη δράση του κατηγορούμενου «μία από τις πιο αποκρουστικές παραβιάσεις εμπιστοσύνης που μπορεί να φανταστεί κανείς», τονίζοντας ότι είναι «σχεδόν αδύνατο να υπολογιστεί η ψυχολογική βλάβη που υπέστησαν τα θύματα».
Ανάμεσα στα θύματα, μία ηλικιωμένη δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου, αδυνατώντας έτσι να αποκαλύψει τι είχε υποστεί. Οι συγγενείς μίας άλλης γυναίκας ανέφεραν ότι είχαν παρατηρήσει «τον φόβο στα μάτια της», ωστόσο η διοίκηση του γηροκομείου απέδωσε τις ανησυχίες τους στην επιδείνωση της άνοιας. Η οικογένεια αυτή κατήγγειλε πως υπήρχαν ξεκάθαρα προειδοποιητικά σημάδια για τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, αλλά η διοίκηση δεν τα διερεύνησε ποτέ σοβαρά. Σε ανακοίνωσή τους δήλωσαν ότι αισθάνονται «ανακούφιση» που ο δράστης οδηγήθηκε στη φυλακή, ευχαριστώντας τις αρχές «που οδήγησαν αυτό το διεστραμμένο άτομο στη δικαιοσύνη».
Ο δικαστής Τζέιμς επέβαλε στον Τζόουνς ποινή κάθειρξης 15 ετών, με επιπλέον τέσσερα χρόνια επιτήρησης μετά την αποφυλάκιση. Αναγνώρισε επίσης «το αίσθημα προδοσίας και τη δικαιολογημένη οργή όσων εμπιστεύθηκαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα στη φροντίδα» του καταδικασθέντος.
Τι ακολουθεί μετά την καταδίκη
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ο Ντέιβιντ Τζόουνς αναμένεται να εκτίσει ολόκληρη την ποινή των 15 ετών, εκτός εάν καταφέρει, μετά την πάροδο τουλάχιστον δέκα ετών κράτησης, να πείσει το Συμβούλιο Αποφυλάκισης ότι δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για το κοινό. Οι αρχές συνεχίζουν την έρευνα για τον εντοπισμό των πιθανών επιπλέον θυμάτων που εμφανίζονται στο φωτογραφικό υλικό που βρέθηκε στην κατοχή του, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Το ζήτημα της ευθύνης της διοίκησης του γηροκομείου παραμένει ανοιχτό, μετά τις καταγγελίες των οικογενειών ότι οι προειδοποιήσεις τους αγνοήθηκαν συστηματικά.




