Δυναμική συγκέντρωση διαμαρτυρίας έγινε το Σάββατο 23 Μαΐου στην πλατεία Συντάγματος, στο πλαίσιο της πανελλαδικής μέρας δράσης για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. Παρά την ισχυρή βροχή, φορείς του αναπηρικού και γονεϊκού κινήματος, εκπαιδευτικοί και εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν με ένα κοινό μήνυμα: τα παιδιά με αναπηρία δικαιούνται σύγχρονη και ασφαλή εκπαίδευση. Η κινητοποίηση οργανώθηκε μετά από κάλεσμα της ΣΕΑΑΝ και του Ενιαίου Συλλόγου Γονέων ΑμεΑ, οι οποίοι ζητούν άμεσες λύσεις στα χρόνια προβλήματα του τομέα.
Τι έγινε στο Σύνταγμα
Απτόητοι από την κακοκαιρία, εκατοντάδες συμμετέχοντες συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας για να αναδείξουν την κρίσιμη κατάσταση που βιώνουν καθημερινά τα παιδιά με αναπηρία στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι διοργανωτές περιέγραψαν με ανάγλυφο τρόπο τις συνθήκες που επικρατούν στα ειδικά σχολεία της χώρας, χρησιμοποιώντας παραστατικές εικόνες για να κάνουν κατανοητή τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η συγκέντρωση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση υπομνήματος στη Βουλή, στο οποίο αποτυπώνονται αναλυτικά τα αιτήματα των φορέων. Το κλίμα ήταν έντονο και η αποφασιστικότητα των συμμετεχόντων εμφανής, παρά τις δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Κεντρικό μήνυμα της κινητοποίησης αποτέλεσε η φράση που ξεχώρισε: «Τα παιδιά μας εκπαιδεύονται σε κοντέινερς». Οι ομιλητές τόνισαν ότι κανένα νέο ειδικό σχολείο δεν έχει ανεγερθεί, ενώ παράλληλα οι μαθητές συνεχίζουν να φοιτούν σε ακατάλληλες και επικίνδυνες εγκαταστάσεις. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις υποδομές: σοβαρές ελλείψεις καταγράφονται και στο εκπαιδευτικό, επιστημονικό και βοηθητικό προσωπικό, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές εξαγγελίες για προσλήψεις. Οι ομιλητές επισήμαναν ότι οι ανακοινώσεις αυτές δεν μεταφράζονται σε πραγματικές θέσεις εργασίας στα σχολεία.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα των οικοτροφείων για βαριά ανάπηρα παιδιά, όπου οι οικογένειες καλούνται να καταβάλουν ενοίκια από χίλια έως δύο χιλιάδες ευρώ μηνιαίως. Οι διοργανωτές ξεκαθάρισαν ότι οι οικογένειες αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε αυτά τα κόστη και ζητούν από την πολιτεία να αναλάβει τις ευθύνες της, ώστε να μην οδηγούνται τα παιδιά σε ιδρυματισμό λόγω οικονομικής αδυναμίας των γονέων τους.

Αντιδράσεις και αιτήματα των φορέων
Οι φορείς που συμμετείχαν στην κινητοποίηση διατύπωσαν ξεκάθαρα τα αιτήματά τους τόσο μέσα από τις ομιλίες όσο και μέσα από το υπόμνημα που κατέθεσαν στη Βουλή των Ελλήνων. Το βασικό αίτημα αφορά τις μόνιμες προσλήψεις προσωπικού σε όλες τις βαθμίδες — εκπαιδευτικό, επιστημονικό και βοηθητικό — ώστε να καλυφθούν τα κενά που ταλαιπωρούν τα σχολεία εδώ και χρόνια. Παράλληλα, ζητούν την εξασφάλιση ασφαλούς μεταφοράς για τους μαθητές, καθώς και ριζική ανανέωση των κτιριακών υποδομών.
Ειδικά για την Αθήνα, τα αιτήματα γίνονται πιο συγκεκριμένα και επείγοντα. Οι φορείς ζητούν να λειτουργήσουν άμεσα τα ειδικά σχολεία που υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, καθώς και την άμεση απομάκρυνση των μαθητών από επικίνδυνες εγκαταστάσεις. Ξεχωριστή θέση στα αιτήματά τους κατέχει η ανέγερση του ΕΕΕΕΚ Αθηνών στην οδό Λάμψα, για την οποία ζητούν να εφαρμοστούν fast track διαδικασίες ώστε να ξεκινήσει άμεσα. Η αίτηση αυτή βρίσκεται εδώ και καιρό σε εκκρεμότητα και οι γονείς δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να περιμένουν.
Ο τόνος της κινητοποίησης ήταν αποφασιστικός και προοιωνίζεται συνέχεια. Οι διοργανωτές έστειλαν ηχηρό μήνυμα για τη στάση τους απέναντι στην επόμενη σχολική χρονιά: «Με τον αγώνα μας δεν θα αφήσουμε η επόμενη σχολική χρονιά να είναι χειρότερη». Η ΣΕΑΑΝ και ο Ενιαίος Σύλλογος Γονέων ΑμεΑ δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις μέχρι να δουν πραγματικές αλλαγές, και όχι απλώς εξαγγελίες που δεν υλοποιούνται.
Τι ακολουθεί
Το υπόμνημα που κατατέθηκε στη Βουλή αναμένεται να τεθεί υπόψη των αρμόδιων φορέων και του Υπουργείου Παιδείας. Οι φορείς έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα αρκεστούν σε υποσχέσεις και εξαγγελίες, αλλά θα παρακολουθούν στενά την υλοποίηση των αιτημάτων τους. Η κινητοποίηση της 23ης Μαΐου λειτούργησε ως πρώτη σοβαρή προειδοποίηση ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς, με τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να δηλώνουν έτοιμοι να εντείνουν τις πιέσεις. Το ζήτημα της Ειδικής Αγωγής παραμένει ανοιχτό και απαιτεί άμεση πολιτική βούληση για να δοθούν λύσεις στις υποδομές, το προσωπικό και τη μεταφορά των μαθητών.




