Εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές χάθηκαν στα εμπόλεμα μέτωπα κατά το διάστημα 2021-2024, ενώ ακόμα περισσότεροι έχασαν τη ζωή τους από τις έμμεσες επιπτώσεις των συγκρούσεων, όπως η πείνα και οι ασθένειες. Το περιοδικό Economist αναλύει πώς η σύγχρονη τεχνολογία έχει μεταμορφώσει ριζικά το πεδίο της μάχης, δυσκολεύοντας τις εκτεθειμένες στρατιωτικές δυνάμεις να προωθηθούν και ενισχύοντας παράλληλα τους αδύναμους. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας πραγματικότητας.
Διαβάστε επίσης: Η Anthropic ξεπερνά την OpenAI με αποτίμηση 965 δισ.
Τι έχει αλλάξει στο πεδίο της μάχης
Η πρώτη και πιο καθοριστική αλλαγή που εντοπίζει ο Economist είναι η αυξημένη έκθεση των στρατιωτών. Σύγχρονοι αισθητήρες και δορυφόροι μπορούν να εντοπίζουν κάθε κίνηση στο πεδίο, ενώ μικρά και φθηνά drones έχουν μετατραπεί σε μοιραία όπλα. Η τεχνολογία αυτή εξαπλώνεται με ρυθμό που δεν αφήνει περιθώρια προσαρμογής, και η αεροπορική υπεροχή — που παλαιότερα ήταν ο κρίσιμος παράγοντας νίκης — αποτελεί πλέον ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Το αποτέλεσμα είναι να ισοπεδώνονται οι παραδοσιακές ανισορροπίες ισχύος μεταξύ εμπολέμων.
Τα παραδείγματα από τις ενεργές συγκρούσεις είναι αποκαλυπτικά. Οι ισραηλινές δυνάμεις στον Λίβανο αντιμετωπίζουν το ίδιο είδος drone που πρωτοεμφανίστηκε στην Ουκρανία, αποδεικνύοντας ότι η τεχνολογία μεταφέρεται γρήγορα από μέτωπο σε μέτωπο. Οι ιρανικοί πύραυλοι σήμερα έχουν σαφώς μεγαλύτερη ακρίβεια σε σχέση με τους ιρακινούς πυραύλους Scud που εκτοξεύονταν κατά τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου. Αν η Κίνα αποφάσιζε να εισβάλει στην Ταϊβάν, κατά τον Economist, θα αντιμετώπιζε κυριολεκτικά «χιονοθύελλα από drones».
Μία ακόμα κρίσιμη παράμετρος είναι η ακρίβεια και η ταχύτητα στόχευσης που επιτρέπει η νέα τεχνολογία. Ένας στρατός ικανός να καταστρέφει θέσεις διοίκησης και αποθήκες όπλων — στερώντας από τον αντίπαλο την πληροφορία και το πλεονέκτημα εντοπισμού — αποκτά αποφασιστικό προβάδισμα. Η δυνατότητα αυτή δεν είναι πλέον προνόμιο μόνο των μεγάλων δυνάμεων.
Τα στρατηγικά λάθη και η αποτυχία των «αναθεωρητιστών»
Οι υπέρμαχοι του «αναθεωρητισμού» δεν έχουν βγει κερδισμένοι από τις συγκρούσεις που προκάλεσαν ή υποστήριξαν. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν διαπίστωσε ότι η εισβολή στην Ουκρανία κατέληξε σε αδιέξοδο, χωρίς τη γρήγορη νίκη που είχε προβλέψει. Ο Ντόναλντ Τραμπ πανηγυρίζει για τον αριθμό των ιρανικών στόχων που κατέστρεψε ο ανώτερος αμερικανικός εξοπλισμός, ωστόσο ο Economist προειδοποιεί ότι η στόχευση πρέπει να είναι μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού και όχι υποκατάστατο ολοκληρωμένης στρατηγικής. Το Ιράν δεν δείχνει κανένα σημάδι παράλυσης, αντίθετα αντιστέκεται σθεναρά, προκαλώντας παγκόσμιο οικονομικό χάος.
Ο πόλεμος, όπως υπογραμμίζει ο συντάκτης του Economist, είναι ένα δαρβινικό περιβάλλον που απαιτεί συνεχή προσαρμοστικότητα. Ο Τραμπ φαίνεται να ανέμενε μία σύντομη και αποφασιστική νίκη, αλλά άρχισε αντ’ αυτού να εξαντλεί τα αποθέματα ακριβών πυρομαχικών της Αμερικής. Αυτό αποκαλύπτει μία βαθύτερη αστοχία: την υπερεκτίμηση της τεχνολογικής ισχύος ως αυτόματης εγγύησης πολιτικής επιτυχίας.
Τι ακολουθεί για τις δυτικές δυνάμεις
Οι δυτικοί στρατοί, σύμφωνα με τον Economist, υστερούν σοβαρά στην προσαρμογή τους στη νέα πραγματικότητα — «είναι θλιβερά πίσω», χαρακτηριστικά αναφέρει το περιοδικό. Χρειάζεται ρεαλιστική και τολμηρή εκπαίδευση προκειμένου οι στρατιώτες να μάθουν να ξεφεύγουν από κάμερες, αισθητήρες και πυρομαχικά. Ωστόσο, το μάθημα από την Ουκρανία δεν πρέπει να οδηγήσει σε τυφλή αντιγραφή του ουκρανικού μοντέλου. Ο Economist προειδοποιεί ρητά ότι ο ουκρανικός στρατός παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και ελαττώματα, παρά τη σημαντική βοήθεια που παρέχει στις δυτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια ασκήσεων. Η Δύση χρειάζεται τα δικά της διδάγματα, προσαρμοσμένα στις δικές της δυνατότητες και στις απαιτήσεις της νέας εποχής των drones.




