Από τις 12 Ιουνίου 2026 τίθεται σταδιακά σε εφαρμογή το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, φέρνοντας ριζικές αλλαγές στον τρόπο που η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζεται τις παράτυπες αφίξεις μεταναστών και προσφύγων. Οι χώρες πρώτης γραμμής, και ιδιαίτερα η Ελλάδα, βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής. Το πλαίσιο αυτό εισάγει υποχρεωτικό προέλεγχο και επιταχυμένες διαδικασίες ασύλου, αλλάζοντας τα δεδομένα για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που επιχειρούν να εισέλθουν στην ΕΕ.
Τι αλλάζει με το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης
Το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στηρίζεται σε δύο κεντρικούς άξονες που αναδιαμορφώνουν πλήρως τις υπάρχουσες διαδικασίες. Ο πρώτος είναι ο υποχρεωτικός προέλεγχος — γνωστός ως «screening» — όλων όσοι εισέρχονται παράτυπα στην ΕΕ, πριν ακόμα θεωρηθεί ότι έχουν εισέλθει κανονικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Ο δεύτερος άξονας είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου μέσω fast-track συνοριακών διαδικασιών με αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Κατά τη διάρκεια του screening πραγματοποιείται εξακρίβωση ταυτότητας, λήψη βιομετρικών δεδομένων, έλεγχος ασφαλείας, υγειονομικός έλεγχος και διασταύρωση στοιχείων με ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων.
Κεντρικό ρόλο στο νέο σύστημα αποκτά το αναβαθμισμένο Eurodac, το οποίο επεκτείνεται σημαντικά επιτρέποντας ευρύτερη συλλογή βιομετρικών στοιχείων και ενισχυμένη παρακολούθηση μετακινήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ψηφιακό εργαλείο επιτήρησης που αλλάζει τη δυνατότητα των κρατών-μελών να παρακολουθούν και να καταγράφουν τις κινήσεις των μεταναστών σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ελλάδα, ως χώρα πρώτης γραμμής, φέρει ιδιαίτερο βάρος εφαρμογής αυτών των διατάξεων, δεδομένης της γεωγραφικής της θέσης ως κύριας πύλης εισόδου στην ΕΕ. Αυτή η ψηφιακή αναβάθμιση της επιτήρησης αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές καινοτομίες του Συμφώνου.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, όσοι μετανάστες και πρόσφυγες έχουν πιθανότητες να λάβουν άσυλο θα μεταφέρονται σε ανοιχτές δομές, ενώ οι υπόλοιποι θα παραμένουν σε κλειστές δομές υπό κράτηση. Η εξέταση του αιτήματος ασύλου θα ολοκληρώνεται εντός 12 εβδομάδων, και σε περίπτωση απόρριψης ακολουθεί η επιστροφή στη χώρα καταγωγής. Η ταχύτητα αυτή της διαδικασίας αποτελεί τομή σε σχέση με τα μακροχρόνια εκκρεμή αιτήματα που ταλαιπωρούσαν τα συστήματα ασύλου των χωρών-μελών επί χρόνια.

Οι δηλώσεις Πλεύρη και η θέση της ελληνικής κυβέρνησης
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, υποστήριξε ότι το νέο πλαίσιο αποτελεί «ένα αναγκαίο εργαλείο προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων», επιμένοντας στον «διαχωρισμό προσφύγων και παράνομων μεταναστών» και στην ανάγκη ενίσχυσης των επιστροφών. Ο υπουργός τόνισε παράλληλα ότι η Ευρώπη «οφείλει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην αποτροπή και στην προστασία των εξωτερικών συνόρων». Η ελληνική κυβέρνηση βλέπει το νέο Σύμφωνο ως μια πιο αυστηρή αλλά και πιο λειτουργική ευρωπαϊκή απάντηση, δίνοντας έμφαση στον έλεγχο των συνόρων, στην ταχύτερη καταγραφή και στις επιστροφές.
Ιδιαίτερα σκληρό μήνυμα έστειλε ο Θάνος Πλεύρης μιλώντας στη Βουλή, με αφορμή τις αυξημένες αφίξεις στην Κρήτη, όπου μόνο σε μία ημέρα καταγράφηκαν περίπου 600 αφίξεις μεταναστών. «Εάν αυτό που συνέβη χθες δεν είναι εξαίρεση και γίνει ο κανόνας, θα πάρουμε πάρα πολύ σκληρά μέτρα, πολύ πιο σκληρά από την απλή αναστολή ασύλου», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός. Η αναφορά στην αναστολή ασύλου ως «απλό» μέτρο δείχνει ότι η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό ένα ευρύ φάσμα πρόσθετων επιλογών, σε περίπτωση που οι πιέσεις στα σύνορα εντατικοποιηθούν.
Ο Πλεύρης υπογράμμισε επίσης ότι «δεν θα επιτρέψουμε να συμβεί αυτό που έγινε το 2015 που πέρασαν 1 εκατομμύριο άνθρωποι». Συνέδεσε ευθέως τη νέα σκληρή στάση με την πλήρη εφαρμογή του Συμφώνου από τις 12 Ιουνίου, παρουσιάζοντάς το ως τη θεσμική βάση για τα μέτρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση. Η επίκληση στο 2015 λειτουργεί ως ιστορικό σημείο αναφοράς, εικόνα που παραμένει καθοριστική για τη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Τι ακολουθεί με την εφαρμογή του Συμφώνου
Η σταδιακή εφαρμογή του Συμφώνου από τις 12 Ιουνίου σηματοδοτεί μια μεταβατική περίοδο για τα κράτη-μέλη, τα οποία καλούνται να προσαρμόσουν τις υποδομές και τους μηχανισμούς τους στα νέα δεδομένα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ενίσχυση των κέντρων υποδοχής, δημιουργία νέων κλειστών δομών κράτησης και αναβάθμιση των ψηφιακών συστημάτων καταγραφής βιομετρικών δεδομένων. Η πίεση στις χώρες πρώτης γραμμής αναμένεται να παραμείνει υψηλή, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες που ιστορικά συνοδεύονται από αύξηση των μεταναστευτικών ροών. Το νέο Eurodac και τα fast-track συστήματα ασύλου θα αποτελέσουν τις κύριες δοκιμασίες της λειτουργικότητας του Συμφώνου στην πράξη.




