Σε πολιτική συμφωνία για τον νέο κανονισμό επιστροφών μεταναστών που δεν διαθέτουν δικαίωμα νόμιμης παραμονής κατέληξαν το βράδυ της Δευτέρας 1ης Ιουνίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ. Η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία κόμβων επιστροφής σε χώρες εκτός της Ένωσης και θεσπίζει αυστηρότερους κοινούς κανόνες για όσους διαμένουν παράνομα στο έδαφός της. Η νομοθετική πρωτοβουλία είχε υποβληθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Μάρτιο του 2025 και αποτελεί αναπόσπαστο συμπλήρωμα του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Οι νέοι κανόνες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο που αρχίζει να εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026.
Τι προβλέπει ο νέος κανονισμός επιστροφών
Ο νέος κανονισμός επιβάλλει σε όσους δεν διαθέτουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ αυστηρές υποχρεώσεις: να εγκαταλείψουν το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται και να συνεργαστούν πλήρως με τις εθνικές αρχές. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, το κείμενο προβλέπει μείωση παροχών και επιδομάτων, ενώ τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης, εφόσον το επιτρέπει η εθνική τους νομοθεσία. Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η δυνατότητα ίδρυσης «κόμβων επιστροφής» σε τρίτες χώρες, οι οποίοι θα λειτουργούν είτε ως τελικός προορισμός είτε ως κέντρα διαμετακόμισης για την οργανωμένη επιστροφή στη χώρα καταγωγής. Προϋπόθεση για τη σύναψη σχετικών συμφωνιών είναι η τήρηση διεθνών συμβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ τα ασυνόδευτα ανήλικα εξαιρούνται ρητά από τις ρυθμίσεις αυτές.
Ο κανονισμός εισάγει παράλληλα την Ευρωπαϊκή Εντολή Επιστροφής — γνωστή ως European Return Order (ERO) — ένα τυποποιημένο έντυπο που θα καταχωρίζει τα βασικά στοιχεία κάθε απόφασης επιστροφής. Στόχος του εντύπου αυτού είναι η διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και η ταχύτερη αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από άλλα κράτη. Η αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων επιστροφής μεταξύ των κρατών μελών παραμένει προς το παρόν σε εθελοντική βάση, με πρόβλεψη επανεξέτασης εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού — και με δυνατότητα υποβολής πρότασης για υποχρεωτική εφαρμογή. Για άτομα που συνιστούν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, ο κανονισμός προβλέπει εκτεταμένες ή και αόριστης διάρκειας απαγορεύσεις εισόδου, καθώς και δυνατότητα κράτησης σε σωφρονιστικές εγκαταστάσεις.

Αντιδράσεις και σημασία της συμφωνίας
Ο Νικόλαος Ιωαννίδης, Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, χαρακτήρισε τη συμφωνία «ορόσημο που ενισχύει την αξιοπιστία της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ», επισημαίνοντας ότι επιτεύχθηκε μέσα σε σφιχτό χρονοδιάγραμμα υπό την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου. «Η σημερινή συμφωνία ενισχύει την αξιοπιστία της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ και συμπληρώνει το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Frontex, το 64% των επιστροφών με υποστήριξη της υπηρεσίας είναι εθελοντικές, γεγονός που δείχνει ότι ο νέος κανονισμός στοχεύει στην αντιμετώπιση του υπόλοιπου 36% όπου η επιστροφή δεν γίνεται χωρίς τη χρήση κυρώσεων ή διοικητικής πίεσης. Η συμφωνία αποσκοπεί στην επιτάχυνση των διαδικασιών επιστροφής και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος, που παραδοσιακά χαρακτηριζόταν από αργές διαδικασίες και χαμηλά ποσοστά εκτέλεσης αποφάσεων.
Ωστόσο, η συμφωνία δεν αποτελεί ακόμη νόμο. Η πολιτική συμφωνία θα πρέπει να υποβληθεί σε νομικογλωσσική επεξεργασία και στη συνέχεια να εγκριθεί επισήμως τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο της ΕΕ πριν τεθεί σε ισχύ. Ο κανονισμός θα αρχίσει να εφαρμόζεται άμεσα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, ενώ σειρά συγκεκριμένων διατάξεων θα τεθεί σε ισχύ 12 μήνες αργότερα. Η συμφωνία αυτή αποτελεί μέρος της ευρύτερης αρχιτεκτονικής που χτίζει η ΕΕ γύρω από το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, του οποίου η πλήρης εφαρμογή ξεκινά στις 12 Ιουνίου 2026.
Τι ακολουθεί
Μετά τη νομικογλωσσική επεξεργασία, το κείμενο θα κατατεθεί για επίσημη ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναλάβει να παρακολουθεί την εφαρμογή του κανονισμού και, εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του, να επανεξετάσει το ζήτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επιστροφής — με δυνατότητα μετατροπής της από εθελοντική σε υποχρεωτική. Παράλληλα, τα κράτη μέλη θα κληθούν να διαπραγματευτούν συμφωνίες με τρίτες χώρες για την ίδρυση των «κόμβων επιστροφής», τηρώντας πάντα τις διεθνείς δεσμεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αρχή της μη επαναπροώθησης.




