Το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να επαναφέρει τα μέτρα αστυνομικής προστασίας για την Αικατερίνη Τσακάλου, πρώην γραμματέα και στενή συνεργάτιδα του Μιχάλη Χριστοφοράκου, πρώην επικεφαλής της Siemens Ελλάς. Η γυναίκα είχε χαρακτηριστεί «ευπαθής στόχος» λόγω του ρόλου της ως βασικής μάρτυρα στην υπόθεση των «μαύρων ταμείων» της Siemens, μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές υποθέσεις διαφθοράς που έχουν απασχολήσει την Ελλάδα. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της να διακόψει την προστασία που της παρείχε επί σχεδόν δύο δεκαετίες.
Τι έγινε: Η απόφαση του ΣτΕ και το ιστορικό της υπόθεσης
Το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ηλία Μάζο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Ιωάννη Παπαγιάννη, εξέδωσε την απόφαση 747/2026 που κάνει δεκτή, κατά πλειοψηφία, την αίτηση της Αικατερίνης Τσακάλου. Η πρώην γραμματέας είχε προσφύγει στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση της πράξης της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία αποφασίστηκε η παύση των μέτρων αστυνομικής προστασίας που της είχαν διατεθεί. Τα μέτρα αυτά περιλάμβαναν φρούρηση της κατοικίας της καθώς και συνοδεία κατά τις μετακινήσεις της, και εφαρμόζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Αικατερίνη Τσακάλου είχε θεωρηθεί «ευπαθής στόχος» από τις αρχές, εξαιτίας της κρίσιμης ιδιότητάς της ως ουσιώδους μάρτυρα στην ποινική υπόθεση της Siemens. Η υπόθεση αφορούσε τα λεγόμενα «μαύρα ταμεία» της πολυεθνικής εταιρείας, υπόθεση που στο παρελθόν απασχόλησε έντονα τη δικαιοσύνη και κλόνισε τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και επιχειρηματικού κόσμου. Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της Siemens Ελλάς, αποτελούσε κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης, και η πρώην γραμματέας του ήταν ένας από τους σημαντικότερους μάρτυρες που γνώριζαν από πρώτο χέρι τα τεκταινόμενα εντός της εταιρείας.
Η Ελληνική Αστυνομία αποφάσισε σε κάποιο σημείο να διακόψει τα μέτρα προστασίας, επικαλούμενη έλλειψη επαρκών πληροφοριών για ενεργή απειλή εις βάρος της Τσακάλου. Η ίδια αντέδρασε άμεσα, υποστηρίζοντας ότι η άρση των μέτρων δεν συνοδευόταν από επαρκή τεκμηρίωση και ότι παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, το προφίλ κινδύνου της δεν είχε μεταβληθεί ουσιαστικά. Κατέφυγε τότε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο της έδωσε τελικά δίκιο.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Γιατί η απόφαση έχει σημασία
Στο σκεπτικό της απόφασης, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ υπογράμμισε δύο κρίσιμα στοιχεία που καθιστούσαν ανεπαρκή την αιτιολογία της αστυνομίας. Πρώτον, το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την προηγούμενη απόφαση παράτασης των μέτρων προστασίας ήταν ιδιαίτερα μικρό. Δεύτερον, η απόφαση για την παύση της προστασίας βασίστηκε κυρίως στην απουσία συγκεκριμένων πληροφοριών για ενεργή απειλή, χωρίς ωστόσο η ύπαρξη κινδύνου να έχει αποκλειστεί και χωρίς ειδική αξιολόγηση των νέων δεδομένων που θα δικαιολογούσαν την ανατροπή της προηγούμενης κρίσης.
Το δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, πλημμελή την αιτιολογία της μη συνέχισης των μέτρων αστυνομικής προστασίας, τονίζοντας ότι η αστυνομία δεν προέβη σε «ειδικότερη εκτίμηση των περιστάσεων που μεσολάβησαν από την προηγούμενη απόφαση σε σχέση με την εξάλειψη των κινδύνων». Με άλλα λόγια, το ΣτΕ εκτίμησε ότι δεν αρκεί απλώς η απουσία νέων πληροφοριών για κίνδυνο — απαιτείται θετική απόδειξη εξάλειψης της απειλής, ιδίως όταν ο κίνδυνος αυτός έχει ήδη αναγνωριστεί επίσημα. Η λογική αυτή ενισχύει σημαντικά τα δικαιώματα προσώπων που έχουν χαρακτηριστεί ευπαθείς στόχοι λόγω συμμετοχής τους σε ποινικές υποθέσεις μεγάλης βαρύτητας.
Η υπόθεση αναδεικνύει το ζήτημα της μακροχρόνιας προστασίας μαρτύρων σε υποθέσεις οικονομικής διαφθοράς. Η Αικατερίνη Τσακάλου απολαμβάνει αστυνομική προστασία εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, γεγονός που αντικατοπτρίζει την εκτίμηση των αρχών για τον βαθμό της έκθεσής της σε κίνδυνο λόγω της θέσης της στη δικαστική διαδικασία. Η νέα απόφαση του ΣτΕ επιβεβαιώνει ότι η άρση τέτοιων μέτρων δεν μπορεί να γίνει χωρίς πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, ανεξάρτητα από το πόσος χρόνος έχει παρέλθει από την ποινική υπόθεση.
Τι ακολουθεί: Η προστασία επανεφαρμόζεται
Με την απόφαση 747/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η πράξη της Ελληνικής Αστυνομίας που διέκοπτε τα μέτρα προστασίας ακυρώνεται. Αυτό σημαίνει ότι η φρούρηση της κατοικίας της Αικατερίνης Τσακάλου, καθώς και η συνοδεία κατά τις μετακινήσεις της, επιστρέφουν σε ισχύ. Η Ελληνική Αστυνομία υποχρεούται πλέον να επαναξιολογήσει το προφίλ κινδύνου της πρώην γραμματέας με βάση τα κριτήρια που όρισε το δικαστήριο, αν επιθυμεί στο μέλλον να τροποποιήσει ή να άρει εκ νέου τα μέτρα ασφαλείας. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή ως προς το πώς θα διαχειριστεί η διοίκηση το θέμα της μακροχρόνιας προστασίας μαρτύρων σε παλαιότερες, αλλά εξακολουθητικά ευαίσθητες, ποινικές υποθέσεις.




