Οι Κινέζοι χάκερς αναδείχθηκαν ως η μεγαλύτερη απειλή κατασκοπείας για τις εταιρείες τεχνολογίας τον περασμένο χρόνο, σύμφωνα με νέα έκθεση της CrowdStrike που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη 9 Ιουνίου 2026. Η έκθεση καλύπτει την περίοδο από την 1η Απριλίου 2025 έως τις 31 Μαρτίου 2026 και αναδεικνύει τη ραγδαία αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ως βασικό κίνητρο για τις κυβερνοεπιθέσεις.
Τι έγινε: Συντονισμένες επιθέσεις με στόχο την τεχνολογία ΑΙ
Ο τομέας της τεχνολογίας βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο, καθώς ήταν ο κλάδος που δέχτηκε τις περισσότερες επιθέσεις τόσο από ξένες κυβερνήσεις όσο και από εγκληματίες του κυβερνοχώρου. Η έκθεση της CrowdStrike εστίασε ειδικά στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην έρευνα, την ανάπτυξη ή τη διανομή υλικού υπολογιστών, υπηρεσιών πληροφορικής, ημιαγωγών και λογισμικού. Σημαντικό είναι ότι η εταιρεία δεν κατονόμασε συγκεκριμένες εταιρείες-στόχους στην έκθεση.
Σύμφωνα με τον Άνταμ Μέγερς, ανώτερο αντιπρόεδρο της CrowdStrike και επικεφαλής των επιχειρήσεων αντιμετώπισης εχθρικών δραστηριοτήτων, οι εταιρείες τεχνολογίας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και οι συναφείς κλάδοι συγκαταλέγονται πλέον στους στόχους υψηλής αξίας. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο φρενήρους αποτίμησης και επενδύσεων σε αυτόν τον χώρο, γεγονός που καθιστά τις εταιρείες ακόμα πιο ελκυστικές ως στόχους κυβερνοκατασκοπείας. Η απειλή δεν αφορά μόνο τα μεγάλα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης, αλλά εκτείνεται και στους μικρότερους προγραμματιστές που ειδικεύονται σε συγκεκριμένους τομείς.
Οι εκστρατείες κυβερνοεπιθέσεων, σύμφωνα με την CrowdStrike, συνδέονται άμεσα με τις στρατηγικές προτεραιότητες του Πεκίνου και το διαρκές ενδιαφέρον της Κίνας για την ανάπτυξη τεχνολογίας, την πνευματική ιδιοκτησία και πληροφορίες που έχουν στρατηγική και οικονομική αξία. Ο ίδιος ο Μέγερς ήταν σαφής: «Μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας βρίσκεται σε εξέλιξη ένας αγώνας εξοπλισμών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, και η Κίνα σκοπεύει να επιτύχει παγκόσμια κυριαρχία έως το 2030».
Αντιδράσεις: Το Πεκίνο διαψεύδει, ο Λευκός Οίκος κατηγορεί
Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον απέρριψε κατηγορηματικά τα ευρήματα της έκθεσης. Εκπρόσωπος της πρεσβείας δήλωσε ότι «η Κίνα αντιτίθεται στις δραστηριότητες χάκινγκ και καταπολεμά τέτοιες δραστηριότητες σύμφωνα με τον νόμο», αρνούμενος ταυτόχρονα οποιαδήποτε εμπλοκή. Ο ίδιος εκπρόσωπος χαρακτήρισε την έκθεση ως «δυσφήμιση και συκοφαντία με το πρόσχημα της κυβερνοασφάλειας», απορρίπτοντας τα συμπεράσματά της στο σύνολό τους.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας τόνισε ότι οι δύο χώρες πρέπει να συνεργαστούν στον τομέα της ανάπτυξης και της διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης. Επικαλέστηκε μάλιστα την πρόσφατη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της οποίας «οι δύο αρχηγοί κρατών είχαν εποικοδομητικές ανταλλαγές απόψεων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και συμφώνησαν να ξεκινήσουν διακυβερνητικό διάλογο για το θέμα αυτό». Η επίκληση αυτή υπογραμμίζει την πολυεπίπεδη φύση των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας, όπου διπλωματική συνεργασία και κατηγορίες κατασκοπείας συνυπάρχουν.
Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, το Γραφείο Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής του Λευκού Οίκου είχε ήδη κινηθεί στις 23 Απριλίου, κατηγορώντας οντότητες με έδρα την Κίνα για «σκόπιμες εκστρατείες σε βιομηχανική κλίμακα» με σκοπό την κρυφή αντιγραφή μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης που έχουν αναπτυχθεί στις ΗΠΑ. Η κατηγορία αυτή αφορά τη χρήση αυτών των μοντέλων για δικούς τους σκοπούς, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της απειλής στο επίπεδο της κρατικής πολιτικής.
Τι ακολουθεί: Διακυβερνητικός διάλογος για την ΑΙ
Ωστόσο, παρά την ένταση των κατηγοριών, υπάρχουν ενδείξεις διπλωματικής επαφής. Η Κίνα και οι ΗΠΑ έχουν συμφωνήσει να ξεκινήσουν διακυβερνητικό διάλογο για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, μια διαδικασία που θα εξελιχθεί τους επόμενους μήνες. Το αν αυτή η πρωτοβουλία θα αποτρέψει μελλοντικές κυβερνοεπιθέσεις ή θα λειτουργήσει παράλληλα με αυτές παραμένει ανοιχτό ερώτημα, δεδομένου του βαθέος χάσματος μεταξύ των θέσεων των δύο πλευρών. Η CrowdStrike αναμένεται να συνεχίσει την παρακολούθηση των απειλών, καθώς ο «αγώνας εξοπλισμών» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης δεν δείχνει σημάδια ύφεσης.




