Σε μία εκτενή συνέντευξή του στον ΑΝΤ1 και στην εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω» με τον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε τις συντεταγμένες για το πολιτικό μέλλον της χώρας. Από τον χρονικό ορίζοντα των εκλογών ως το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, ο πρωθυπουργός μίλησε ανοιχτά για ζητήματα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη. Η συνέντευξη ανέδειξε τόσο τις προτεραιότητες της κυβέρνησης όσο και τις εσωτερικές τάσεις της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας. Η πολιτική ατζέντα της επόμενης περιόδου διαμορφώνεται μέσα από δηλώσεις που δεν αφήνουν περιθώριο παρερμηνείας.
Εκλογές την άνοιξη του 2027 — Χωρίς αιφνιδιασμούς
Ο Μητσοτάκης ήταν κατηγορηματικός: οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν την άνοιξη του 2027, αποκλείοντας οποιαδήποτε σενάρια πρόωρης κάλπης. Ο πρωθυπουργός εξήγησε πως, αν ήθελε να εξαντλήσει τα συνταγματικά όρια, θα μπορούσε κανονικά να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές τον Ιούλιο ή και τον Αύγουστο του 2027. Ωστόσο, ο ίδιος αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, θέτοντας ως κρίσιμο παράγοντα την ανάληψη από την Ελλάδα της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027. Για αυτόν τον λόγο, οι εκλογές πρέπει να γίνουν νωρίτερα, σε μία περίοδο που επιτρέπει την ομαλή διαχείριση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας. Πρόκειται για μία ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική που αποτρέπει τον αιφνιδιασμό και δίνει στους πολίτες έγκαιρη προειδοποίηση.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έθιξε το ζήτημα των πολιτικών ανταγωνιστών και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί την κατάσταση στο εσωτερικό της παράταξης. Με αφορμή τις πληροφορίες που κυκλοφορούν για πιθανή ίδρυση νέου κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ο Μητσοτάκης έσπευσε να σχολιάσει με τρόπο που εκφράζει σαφή απόρριψη του σεναρίου. «Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ο Σαμαράς θα κάνει κάτι που θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε δεύτερη ευκαιρία», δήλωσε με έμφαση. Η στάση αυτή αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός χειρίζεται τα εσωκομματικά ζητήματα: με συγκράτηση, αλλά και με σαφείς αποστάσεις.
Ο Σαμαράς, ο Καραμανλής και η κριτική στην εξωτερική πολιτική
Αναφερόμενος στη σχέση του με τον Αντώνη Σαμαρά, ο Μητσοτάκης ήταν συγκρατημένος αλλά και σαφής. Χαρακτήρισε τον Σαμαρά «καλό Πρωθυπουργό» και θύμισε ότι η Νέα Δημοκρατία τον υποδέχθηκε εκ νέου στους κόλπους της, του έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί σε αρχηγό και τελικά σε πρωθυπουργό, και αυτό αποτελεί χρέος που δεν ξεχνιέται εύκολα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι ο ίδιος υπήρξε υπουργός επί Σαμαρά και δεν σκοπεύει να αλλάξει τη θετική εικόνα που έχει για εκείνον. Ωστόσο, η δημόσια κριτική που ασκεί ο Σαμαράς στην κυβέρνηση — ιδίως για θέματα εξωτερικής πολιτικής — χαρακτηρίζεται από τον Μητσοτάκη ως εντελώς «άδικη».
Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική που ασκούν και οι δύο πρώην πρωθυπουργοί της Νέας Δημοκρατίας — ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς — δεν βρίσκει σύμφωνο τον Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι σέβεται και τους δύο ως εκλεγμένους ηγέτες της παράταξης, αλλά επέλεξε να μην προχωρήσει σε περαιτέρω σχολιασμό. Η κυβέρνηση, τόνισε, έχει αναλάβει μία σειρά από πρωτοβουλίες που για δεκαετίες δεν είχαν προχωρήσει, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοείται από κανέναν που ασκεί κριτική. Αντί να εμπλακεί σε δημόσια αντιπαράθεση, ο πρωθυπουργός επέλεξε να αφήσει τα αποτελέσματα να μιλήσουν μόνα τους.
Ελληνοτουρκικά — «Η Ελλάδα θέτει την ατζέντα»
Ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της συνέντευξης ήταν τα ελληνοτουρκικά. Ο Μητσοτάκης αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει σε οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με τη Διακήρυξη των Αθηνών. Αντίθετα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα είναι εκείνη που θέτει την ατζέντα, ενώ η Τουρκία αντιδρά. Παράλληλα, θύμισε ότι υπήρξε ο μοναδικός πρωθυπουργός που μετέβη στην Άγκυρα και έθεσε επί τάπητος το ζήτημα του casus belli, ένα ζήτημα που εκκρεμεί από το 1995. «Δεν θυμάμαι κανέναν άλλον τέως πρωθυπουργό να το έχει θέσει», είπε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η τολμηρή στάση του στα διπλωματικά αποτελεί πλεονέκτημα και όχι αδυναμία.
Απαντώντας σε όσους τον κατηγορούν ότι επιδιώκει «ήρεμα νερά» στις σχέσεις με την Τουρκία, ο Μητσοτάκης ήταν ευθύς: «Ξέρετε πρωθυπουργό που επιδιώξει ταραγμένα νερά; Αν ναι, συνειδητά κάνει λάθος». Αυτή η ρητορική διατύπωση συνοψίζει την πολιτική του φιλοσοφία: η σταθερότητα και η στρατηγική υπομονή δεν αποτελούν υποχώρηση, αλλά επιλογή δύναμης. Ο καλός ηγέτης, σύμφωνα με τον ίδιο, αξιολογείται στη φουρτούνα και όχι στα γαλήνια νερά. Η διπλωματική ισορροπία που επιδιώκει η Αθήνα έναντι της Άγκυρας αποτελεί, κατά τον πρωθυπουργό, επιτυχία και απόδειξη ωριμότητας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.




