Μηχανικοί του MIT ανέπτυξαν γέλη που φέρνει φάρμακα στον οισοφάγο
Tech

Μηχανικοί του MIT ανέπτυξαν γέλη που φέρνει φάρμακα στον οισοφάγο

13 Ιουνίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Μια καινοτόμα φαρμακευτική σύνθεση σε μορφή γέλης, που επιτρέπει την άμεση χορήγηση φαρμάκων στον οισοφάγο, ανέπτυξαν μηχανικοί του MIT. Η νέα μέθοδος, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Biomedical Engineering», υπόσχεται να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης παθήσεων όπως η ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα και η νόσος του Crohn. Κύρια συγγραφέας της μελέτης είναι η Χριστίνα Καραβασίλη, πρώην μεταδιδακτορική ερευνήτρια του MIT και σήμερα επίκουρη καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε επίσης: Ο Τούρκος καταζητούμενος της Interpol με 5.342 δισκία

Πώς λειτουργεί η νέα γέλη για τα φάρμακα οισοφάγου

Η νέα φαρμακευτική σύνθεση λαμβάνεται από το στόμα και, μετά την κατάποση, επικαλύπτει τον βλεννογόνο του οισοφάγου. Στη συνέχεια, τα φάρμακα που περιέχει διεισδύουν απευθείας στους ιστούς, χωρίς να χρειαστεί η συστηματική κυκλοφορία τους σε ολόκληρο τον οργανισμό. Η σύνθεση περιλαμβάνει μια υδρογέλη και άλλα συστατικά που διευκολύνουν την ταχεία απορρόφηση των δραστικών ουσιών από τον οισοφαγικό ιστό. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση αντισωμάτων, όπως η ινφλιξιμάμπη, καθώς και φαρμάκων μικρού μοριακού βάρους, διευρύνοντας έτσι τις θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς.

Μέχρι σήμερα, η απευθείας χορήγηση φαρμάκων στον οισοφάγο ήταν εξαιρετικά δύσκολη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, τα φάρμακα που λαμβάνονται από το στόμα διέρχονται πολύ γρήγορα από τον οισοφάγο, χωρίς να αφήνουν επαρκή χρόνο για απορρόφηση. Δεύτερον, το εσωτερικό του οισοφάγου καλύπτεται από ένα στρώμα επιθηλιακών κυττάρων που λειτουργεί ως ισχυρό φυσικό φράγμα κατά της διείσδυσης των φαρμάκων. Υπήρχε ως τώρα τουλάχιστον ένα αντιφλεγμονώδες στεροειδές φάρμακο σε παχύρρευστη μορφή που παρέμενε στον οισοφάγο για περισσότερο χρόνο, αλλά δεν κατάφερνε να ξεπεράσει αποτελεσματικά αυτό το φράγμα.

Η εναλλακτική επιλογή της έγχυσης φαρμάκων απευθείας στον ιστό του οισοφάγου παρουσίαζε επίσης σοβαρά μειονεκτήματα. Η διαδικασία ήταν δυσάρεστη για τους ασθενείς, απαιτούσε επίσκεψη σε ιατρείο και δεν αποτελούσε ρεαλιστική μακροπρόθεσμη λύση. Η νέα γέλη του MIT υπόσχεται να αντιμετωπίσει και τα δύο αυτά εμπόδια ταυτόχρονα, προσφέροντας μια απλή, μη επεμβατική μέθοδο που εφαρμόζεται με απλή κατάποση, ακριβώς όπως ένα συνηθισμένο φάρμακο.

Παθήσεις οισοφάγου και παρενέργειες των σημερινών θεραπειών

Μία από τις πιο συχνές παθήσεις που στοχεύει η νέα σύνθεση είναι η ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, μια φλεγμονώδης νόσος που προκαλείται από τροφικές αλλεργίες. Η ασθένεια αυτή μπορεί να οδηγήσει σε στένωση του οισοφάγου, καθιστώντας αδύνατη την κατάποση τροφής και επιβαρύνοντας σοβαρά την καθημερινότητα των ασθενών. Παράλληλα, η φλεγμονή στον οισοφάγο μπορεί να συνδέεται και με τη νόσο του Crohn, μια χρόνια πάθηση που επηρεάζει ολόκληρο το πεπτικό σύστημα. Οι ασθενείς με αυτές τις παθήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην ποιότητα ζωής τους, ενώ οι διαθέσιμες θεραπείες παραμένουν ανεπαρκείς.

Οι παθήσεις αυτές αντιμετωπίζονται σήμερα με φάρμακα όπως η ινφλιξιμάμπη, ένα αντίσωμα που εξουδετερώνει την πρωτεΐνη TNF-α, η οποία ευθύνεται για τη φλεγμονή στους ιστούς. Ωστόσο, το φάρμακο αυτό δρα καταστέλλοντας γενικά το ανοσοποιητικό σύστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο λοιμώξεων και άλλων σοβαρών επιπλοκών. Η απευθείας χορήγησή του στον οισοφαγικό ιστό — όπως υπόσχεται η νέα γέλη — θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά αυτές τις παρενέργειες, καθώς η δόση θα δρα τοπικά χωρίς να επηρεάζει τον υπόλοιπο οργανισμό.

Ο Τζιοβάνι Τραβέρσο, αναπληρωτής καθηγητής Μηχανολογίας στο MIT και γαστρεντερολόγος στο Brigham and Women’s Hospital, εξέφρασε αισιοδοξία για τις δυνατότητες της νέας πλατφόρμας. «Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από παθήσεις του οισοφάγου και τα διαθέσιμα φάρμακα έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα να στοχεύσουν αποτελεσματικά αυτό το μέρος του σώματος. Ελπίζουμε ότι αυτή η πλατφόρμα θα διευκολύνει την ανάπτυξη θεραπειών που θα βοηθήσουν τους ασθενείς», δήλωσε ο ίδιος. Η έρευνα φέρει και ελληνική υπογραφή, καθώς η Χριστίνα Καραβασίλη, κύρια συγγραφέας της μελέτης, εργάζεται πλέον ως επίκουρη καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Σχετικά άρθρα