Νέο νομικό πλαίσιο για τη ρωσική γλώσσα στην Ουκρανία θέσπισε ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υπογράφοντας νόμο που αφαιρεί από τα ρωσικά το καθεστώς προστατευόμενης γλώσσας. Η απόφαση ακυρώνει τις εγγυήσεις που παρείχε ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες, τον οποίο είχε κυρώσει η Ουκρανία. Τα ρωσικά παραμένουν η κύρια γλώσσα ενός τμήματος του ουκρανικού πληθυσμού, παρά τη μείωση που έχει καταγραφεί από την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Ο νέος νόμος αλλάζει ριζικά τις υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στη ρωσική γλώσσα, χωρίς ωστόσο να την απαγορεύει.
Διαβάστε επίσης: Η ειρηνευτική συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν στην τελική ευθεία
Τι αλλάζει με τον νέο νόμο
Ο νόμος που υπέγραψε ο Ζελένσκι αφαιρεί από τη ρωσική γλώσσα τις προστασίες που απέρρεαν από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες, μια συνθήκη του Συμβουλίου της Ευρώπης την οποία η Ουκρανία είχε κυρώσει. Το νέο καθεστώς δεν καθιστά τα ρωσικά παράνομα, αλλά αλλάζει τις υποχρεώσεις του κράτους: η κυβέρνηση δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να παρέχει δημόσιες υπηρεσίες στα ρωσικά και αποκτά το δικαίωμα να περιορίσει την εκπαίδευση σε αυτή τη γλώσσα. Πρόκειται για μια σαφή πρακτική συνέπεια που θα επηρεάσει την καθημερινότητα όσων συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα ρωσικά στις συναλλαγές τους με το κράτος. Η ρωσική γλώσσα παύει να απολαμβάνει θεσμική στήριξη από την Ουκρανία.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περίπου το ένα τρίτο του ουκρανικού πληθυσμού μιλούσε τα ρωσικά ως κύρια γλώσσα πριν από τον πόλεμο. Η χρήση τους ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην ανατολική και τη νότια Ουκρανία. Μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022, δημοσκοπήσεις κατέδειξαν σημαντική μείωση στη χρήση της ρωσικής. Ωστόσο, η γλωσσική κατάσταση παραμένει περίπλοκη, καθώς η Ρωσία κατέχει το 19% του ουκρανικού εδάφους, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τον πληθυσμό που βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι ρίζες της γλωσσικής διαμάχης στην Ουκρανία δεν είναι πρόσφατες. Το ζήτημα του καθεστώτος της ρωσικής γλώσσας αποτέλεσε έναν από τους λόγους που επικαλέστηκε η καθοδηγούμενη από τη Μόσχα αυτονομιστική εξέγερση στην ανατολική Ουκρανία το 2014. Εκείνη η εξέγερση σηματοδότησε την έναρξη μιας μακράς σύγκρουσης που κατέληξε στη μεγάλης κλίμακας εισβολή του 2022. Η γλώσσα έχει λειτουργήσει σε αυτή τη σύγκρουση ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, και ο νέος νόμος εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο.

Αντιδράσεις και θέσεις της ουκρανικής πλευράς
Ο πρόεδρος του ουκρανικού Κοινοβουλίου, Ρουσλάν Στεφαντσούκ, υποδέχθηκε θετικά την υπογραφή του νόμου. Μέσω ανάρτησής του στο Facebook, χαρακτήρισε την απόφαση «σημαντική για την προστασία του ουκρανικού γλωσσικού χώρου και την εκπλήρωση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων» της χώρας. Ο Στεφαντσούκ τόνισε ότι «η γλώσσα ενός επιτιθέμενου κράτους δεν μπορεί να επωφελείται από εργαλεία προστασίας που έχουν σχεδιαστεί για να υποστηρίζουν τις γλώσσες των αυτόχθονων λαών και των εθνικών κοινοτήτων». Η θέση αυτή αντικατοπτρίζει την επίσημη ουκρανική αντίληψη ότι ο Ευρωπαϊκός Χάρτης δεν σχεδιάστηκε για γλώσσες κρατών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη χώρα.
Ο Στεφαντσούκ επικαλέστηκε επίσης «τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια της γλώσσας στην Ουκρανία» για να τεκμηριώσει τη νομοτελειακή αυτή αλλαγή. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο νόμος εκπληρώνει τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας, επαναξιολογώντας τη σχέση της με τη συνθήκη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι το προηγούμενο νομικό πλαίσιο, που παρείχε προστασία στη ρωσική γλώσσα, δεν ανταποκρινόταν πλέον στις πολιτικές συνθήκες που διαμόρφωσε η εισβολή. Παράλληλα, η απόφαση συνδέεται με τη ρήξη που επιδιώκει η Ουκρανία με κάθε νομικό ή θεσμικό δεσμό που παραπέμπει στον επιτιθέμενο.

Η γλωσσική αλλαγή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη μεταστροφή που καταγράφεται στην ουκρανική κοινωνία από την έναρξη της εισβολής. Δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι πολλοί ρωσόφωνοι πολίτες επέλεξαν να στραφούν προς τα ουκρανικά, σε μια διαδικασία αποστασιοποίησης από τον επιτιθέμενο. Ωστόσο, εκατομμύρια πολίτες στην ανατολική και νότια Ουκρανία εξακολουθούν να ζουν με τα ρωσικά ως πρώτη γλώσσα, και ο νέος νόμος δεν τους απαγορεύει να τη χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους ζωή. Το κράτος απλώς αποσύρει τη θεσμική υποχρέωση να την υποστηρίζει, χαράσσοντας μια σαφή γραμμή ανάμεσα στον ουκρανικό γλωσσικό χώρο και στη γλώσσα του κράτους που έχει εισβάλει στο έδαφός της.




