Πέντε χρόνια μετά την θέσπισή της, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής παραμένει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα μέτρα της σύγχρονης ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Το μέτρο, που εισήχθη το 2021 με σκοπό να θέσει ένα κατώτατο όριο επίδοσης για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχει αφήσει ήδη βαθύ αποτύπωμα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Κάθε χρόνο, περισσότερες από 10.000 θέσεις σε δημόσια ΑΕΙ παραμένουν αδιάθετες, ενώ χιλιάδες υποψήφιοι βρίσκονται εκτός πανεπιστημιακής αίθουσας. Η φετινή περίοδος των Πανελλαδικών Εξετάσεων επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής επιλογής.
Η λογική πίσω από τη θέσπιση της ΕΒΕ ήταν απλή στη διατύπωσή της: να σταματήσει η εισαγωγή στα πανεπιστήμια φοιτητών με εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις στις Πανελλαδικές, που κατέληγαν να καταλαμβάνουν θέσεις χωρίς ουσιαστικές ακαδημαϊκές προϋποθέσεις. Οι υποστηρικτές του μέτρου εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η ύπαρξη ενός ελάχιστου ακαδημαϊκού επιπέδου εισαγωγής είναι αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της ποιότητας στις σπουδές. Ωστόσο, τα αποτελέσματα πέντε χρόνων εφαρμογής δείχνουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί επιτυχής από οποιαδήποτε οπτική γωνία. Οι επικριτές του θεσμού αναφέρουν ότι λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας οριζόντιος «κόφτης», αποκλείοντας νέους από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς να επιλύει τα βαθύτερα ποιοτικά προβλήματα των ελληνικών πανεπιστημίων.
Κενές αίθουσες ακόμα και στα κεντρικά πανεπιστήμια
Αυτό που καθιστά το πρόβλημα ιδιαίτερα ανησυχητικό δεν είναι μόνο το μέγεθός του, αλλά και η γεωγραφική του έκταση. Το φαινόμενο των κενών θέσεων δεν αφορά πλέον αποκλειστικά απομακρυσμένα τμήματα ή εκείνα με χαμηλή ζήτηση. Αντίθετα, καταγράφεται πλέον και στα μεγάλα πανεπιστημιακά κέντρα της χώρας, γεγονός που πολλοί ειδικοί χαρακτηρίζουν ως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της όλης υπόθεσης. Τα στοιχεία από τα Τμήματα Φυσικής για το ακαδημαϊκό έτος 2025 αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης.
Συγκεκριμένα, στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από τις 167 διαθέσιμες θέσεις καλύφθηκαν μόλις οι 68, με τις υπόλοιπες 99 να παραμένουν κενές. Παράλληλα, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από τις 144 θέσεις εισήχθησαν μόλις 45 φοιτητές, αφήνοντας έτσι κενές άλλες 99. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα δύο κορυφαία πανεπιστήμια της χώρας αδυνατούν να γεμίσουν τα αμφιθέατρά τους, ακόμα και σε ένα κλασικό επιστημονικό αντικείμενο όπως η Φυσική. Η εικόνα επαναλαμβάνεται και στα υπόλοιπα πανεπιστήμια: στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από τις 220 θέσεις καλύφθηκαν οι 94, ενώ στο Πανεπιστήμιο Πατρών από τις 198 θέσεις εισήχθησαν μόλις 85 φοιτητές.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο οξεία στα περιφερειακά πανεπιστημιακά τμήματα. Στην Καβάλα, από τις 92 διαθέσιμες θέσεις καλύφθηκαν μόλις οι 13, ενώ στη Λαμία από τις 90 θέσεις εισήχθησαν μόνο 15 φοιτητές. Πρόκειται για ποσοστά πλήρωσης που κυμαίνονται γύρω στο 14-16%, αριθμοί που θέτουν ευθέως ζητήματα βιωσιμότητας για τα εν λόγω τμήματα. Η χρηματοδότηση, η στελέχωση με διδακτικό προσωπικό και η ουσιαστική λειτουργία ενός τμήματος με τόσο λίγους εισακτέους αποτελούν πλέον υπαρξιακά ερωτήματα για τα περιφερειακά ΑΕΙ.
Ζήτημα βιωσιμότητας και στελέχωσης κρίσιμων επαγγελμάτων
Η συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής έχει πλέον ξεφύγει από τα στενά όρια της εκπαιδευτικής πολιτικής και αγγίζει ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Ειδικοί και πανεπιστημιακοί επισημαίνουν ότι η χρόνια υποπλήρωση θέσεων δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά για τη μελλοντική στελέχωση κρίσιμων επαγγελμάτων στην Ελλάδα. Επιστήμες όπως η Φυσική, τα Μαθηματικά και άλλοι θεωρητικοί κλάδοι τροφοδοτούν σημαντικούς τομείς της οικονομίας και της εκπαίδευσης. Ωστόσο, με τόσο λίγους αποφοίτους ετησίως, το μέλλον της κάλυψης των αναγκών σε εκπαιδευτικούς και επιστήμονες φαντάζει ανησυχητικό.
Καθώς ο θεσμός οδεύει προς τον έκτο χρόνο εφαρμογής του, η εκπαιδευτική κοινότητα και οι αρμόδιοι φορείς καλούνται να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: επιτελεί η ΕΒΕ τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε, ή έχει μετατραπεί σε ένα εμπόδιο που δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει; Η φετινή εξεταστική περίοδος αναμένεται να προσθέσει νέα δεδομένα στη συζήτηση, με τους ειδικούς να εκτιμούν ότι η ώρα για μια συνολική, τεκμηριωμένη αξιολόγηση του μέτρου έχει φτάσει. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι ζητούν αναθεώρηση δεν αμφισβητούν αναγκαία την ανάγκη για ποιοτικά κριτήρια εισαγωγής, αλλά θέτουν το ερώτημα αν ο συγκεκριμένος τρόπος εφαρμογής είναι ο ορθός. Η απάντηση θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον χιλιάδων νέων Ελλήνων που κάθε χρόνο βρίσκονται αντιμέτωποι με κλειστές πόρτες πανεπιστημίων.




