Ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν κάνει θραύση στις ΗΠΑ και ανησυχεί βαθύτατα τις ρυθμιστικές αρχές: η πώληση ενός μεριδίου κατοικίας — δηλαδή ενός μεριδίου από τη μελλοντική αξία του σπιτιού σου — σε αντάλλαγμα για άμεσα μετρητά, χωρίς δόσεις και χωρίς τόκο. Η αγορά αυτή έχει ήδη φτάσει τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες, και επιστήμονες προστασίας του καταναλωτή τη συγκρίνουν ανοιχτά με τα δάνεια υποβαθμισμένης πιστοληπτικής ικανότητας που οδήγησαν στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Στην Ελλάδα, η ζήτηση που δημιούργησε αυτά τα προϊόντα υπάρχει ήδη.
Διαβάστε επίσης: Η Γερακοχελώνα στην Πάρο που έγινε «διακοσμητικό»
Τι Έγινε: Ο 56χρονος, το Instagram και η Hometap
Η ιστορία ενός 56χρονου ιδιοκτήτη διαμερίσματος στο Σαν Φρανσίσκο συνοψίζει γιατί αυτά τα προϊόντα βρίσκουν εύκολα πελάτες. Ο άντρας έχει χρέη σε πιστωτικές κάρτες και χαμηλή πιστωτική βαθμολογία, αλλά παράλληλα διαθέτει ένα ακίνητο που — χάρη στη ραγδαία ανατίμηση της αγοράς — αξίζει περίπου 1,2 εκατομμύρια δολάρια. Βρίσκεται σε ένα κλασικό αδιέξοδο: έχει πλούτο «παγωμένο» στην ιδιοκτησία του, αλλά δεν μπορεί να τον αξιοποιήσει με παραδοσιακούς τρόπους. Νέο στεγαστικό δάνειο αποκλείεται, γιατί το επιτόκιο που κλείδωσε το 2021 ήταν 2,9%, ενώ σήμερα ένας νέος δανεισμός θα τον έφερνε στο 6,8% — σχεδόν διπλάσιο κόστος. Ούτε HELOC θέλει, δηλαδή την πιστωτική γραμμή που εξασφαλίζεται από την αξία του ακινήτου, γιατί δεν αντέχει νέες μηνιαίες υποχρεώσεις.
Η λύση ήρθε από μια διαφήμιση στο Instagram. Η εταιρεία Hometap υποσχόταν έως και 600.000 δολάρια σε ρευστό, χωρίς δόσεις και χωρίς τόκο. Ο 56χρονος υπέγραψε σύμβαση και έλαβε 175.000 δολάρια άμεσα στο χέρι. Σε αντάλλαγμα, παραχώρησε στην εταιρεία ένα μερίδιο κατοικίας — ένα ποσοστό δηλαδή από τη μελλοντική αξία του ακινήτου. Όταν το σπίτι πουληθεί ή λήξει η σύμβαση, η Hometap θα εισπράξει το αντίστοιχο ποσοστό της τότε αγοραίας αξίας. Αυτό το προϊόν αποτελεί πλέον την πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη κατηγορία στεγαστικού χρηματοοικονομικού προϊόντος στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, αυτό που κάνει το προϊόν ελκυστικό είναι ακριβώς αυτό που κρύβει τον κίνδυνο. Σε αντίθεση με το HELOC, το νέο αυτό εργαλείο δεν ταξινομείται νομικά ως δάνειο — άρα δεν υπόκειται στους ίδιους ελέγχους και στις ίδιες προστασίες. Δεν υπάρχουν τόκοι, δεν υπάρχουν μηνιαίες υποχρεώσεις. Αντ’ αυτού, ο ιδιοκτήτης «πουλάει» ένα κομμάτι της μελλοντικής ανατίμησης του σπιτιού του. Αν η αγορά ανατιμηθεί σημαντικά, η εταιρεία εισπράττει πολύ περισσότερα από όσα αρχικά επένδυσε.
Αντιδράσεις: Ρυθμιστικές Αρχές Χτυπούν το Καμπανάκι
Οι ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ εκπέμπουν τις σφοδρότερες προειδοποιήσεις της τελευταίας δεκαετίας για αυτή την κατηγορία προϊόντων. Το κεντρικό επιχείρημα: τα HEA θυμίζουν επικίνδυνα τα subprime δάνεια του 2007, εκείνα τα χρηματοοικονομικά προϊόντα που οδήγησαν στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Τότε, εκατομμύρια Αμερικανοί υπέγραψαν συμβάσεις χωρίς να κατανοούν πλήρως τους κινδύνους — και πλήρωσαν ακριβά. Οι επιστήμονες προστασίας του καταναλωτή επισημαίνουν ότι το μοτίβο επαναλαμβάνεται: ελκυστικές υποσχέσεις, πολύπλοκοι συμβατικοί όροι και καταναλωτές που εκλαμβάνουν ένα ριψοκίνδυνο χρηματοοικονομικό εργαλείο ως «δωρεάν χρήμα».
Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι τα προϊόντα πώλησης μεριδίου κατοικίας απευθύνονται κατά κανόνα σε ιδιοκτήτες με χαμηλή πιστωτική βαθμολογία — δηλαδή σε ανθρώπους που ήδη δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα. Αυτό ακριβώς ήταν και το προφίλ των πελατών των subprime δανείων πριν από δεκαοκτώ χρόνια. Παράλληλα, η διαφήμισή τους μέσω social media — με τεχνικές μάρκετινγκ που υποβαθμίζουν τους κινδύνους και τονίζουν τη ρευστότητα — ανησυχεί ιδιαίτερα τους εποπτικούς φορείς. Ο 56χρονος του Σαν Φρανσίσκο δεν είναι εξαίρεση: είναι το τυπικό προφίλ αυτής της νέας κατηγορίας πελατών.
Τι Ακολουθεί: Το Ελληνικό Πλαίσιο
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι στην Ελλάδα υπάρχει ήδη η ζήτηση που οδήγησε στη δημιουργία αυτών των προϊόντων στις ΗΠΑ. Χιλιάδες Έλληνες ιδιοκτήτες ακινήτων βλέπουν την αξία των σπιτιών τους να ανεβαίνει απότομα — ιδίως στις μεγάλες αστικές περιοχές και στα νησιά — αλλά δεν έχουν τρόπο να αξιοποιήσουν αυτόν τον πλούτο χωρίς να πουλήσουν ή να δανειστούν με δυσβάσταχτους όρους. Τα υψηλά επιτόκια στεγαστικών δανείων και οι αυστηρές τραπεζικές προϋποθέσεις αποκλείουν μεγάλη μερίδα ιδιοκτητών από κάθε μορφή ρευστότητας. Αν τα προϊόντα πώλησης μεριδίου κατοικίας εμφανιστούν και στην ευρωπαϊκή αγορά, η Ελλάδα θα αποτελεί εύκολο στόχο — γι’ αυτό η έγκαιρη εγρήγορση και η ενημέρωση των καταναλωτών κρίνονται απαραίτητες.




