Η Κούβα υιοθέτησε την Πέμπτη πακέτο 176 οικονομικών μέτρων που αποτελούν τις πιο εκτεταμένες αλλαγές στο οικονομικό μοντέλο της νήσου από τότε που υιοθέτησε τον κομμουνισμό, πριν από σχεδόν 70 χρόνια. Οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν τις μεταρρυθμίσεις «επιφανειακό προπέτασμα καπνού», πυροδοτώντας άμεση αντίδραση από την Αβάνα. Το Σάββατο, ο Κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροδρίγκες αντέτεινε μέσω X ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει καμία πολιτική, νομική ή ηθική εξουσία να κρίνει τα μέτρα φιλελευθεροποίησης. Η αντιπαράθεση αυτή έρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές για τις σχέσεις ΗΠΑ–Κούβας εδώ και δεκαετίες.
Διαβάστε επίσης: Ο Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ: Διόδια μόνο από τις ΗΠΑ
Τα 176 μέτρα που αλλάζουν την οικονομία της Κούβας
Το πακέτο των 176 μέτρων που υιοθέτησε η κουβανική κυβέρνηση την Πέμπτη δεν έχει προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία της νήσου. Πρόκειται για τις εκτενέστερες αλλαγές στο οικονομικό μοντέλο της Κούβας από τότε που η χώρα υιοθέτησε το κομμουνιστικό σύστημα, πριν από σχεδόν εφτά δεκαετίες. Τα μέτρα κινούνται προς την κατεύθυνση της οικονομίας της αγοράς, σηματοδοτώντας μια ιστορική στροφή για τη νήσο της Καραϊβικής. Η κουβανική κυβέρνηση τα υιοθέτησε υπό εντεινόμενη πίεση από την Ουάσινγκτον, η οποία εδώ και μήνες πολλαπλασιάζει τις κυρώσεις σε βάρος του ιδεολογικού της αντιπάλου.
Η αμερικανική κυβέρνηση χαρακτήρισε τα μέτρα «επιφανειακό προπέτασμα καπνού του κουβανικού καθεστώτος», αρνούμενη να αναγνωρίσει τη βαρύτητά τους. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει de facto πετρελαϊκό αποκλεισμό στη νήσο και ανακοίνωσε σειρά νέων κυρώσεων σε βάρος κουβανικών επιχειρήσεων και ηγετών. Επιπλέον, προχώρησε σε ποινική δίωξη σε βάρος του Ραούλ Κάστρο, 95 ετών, πρώην προέδρου και αδελφού του ιστορικού ηγέτη Φιδέλ Κάστρο, για υπόθεση που χρονολογείται από το 1996. Οι κινήσεις αυτές έχουν διαμορφώσει ένα ασφυκτικό οικονομικό κλίμα για την Αβάνα.

Η Κούβα υφίσταται αμερικανικό εμπάργκο από το 1962 — μία από τις μακροβιότερες οικονομικές αποκλείσεις στη σύγχρονη ιστορία. Η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών οξύνθηκε περαιτέρω στην αρχή του τρέχοντος έτους, ιδίως μετά την αιματηρή στρατιωτική επιχείρηση του αμερικανικού στρατού στο Καράκας, που ανέτρεψε τον μέχρι τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο. Το γεγονός αυτό άλλαξε δραστικά τη δυναμική στη Λατινική Αμερική και αύξησε κατακόρυφα την πίεση στην κουβανική κυβέρνηση.
Η αντίδραση της Αβάνας και οι δηλώσεις Τραμπ
Ο Κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροδρίγκες απάντησε με σφοδρότητα στις αμερικανικές κριτικές μέσω της πλατφόρμας X το Σάββατο. «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο δήμιος της συλλογικής τιμωρίας σε βάρος του κουβανικού λαού, δεν έχει καμία πολιτική, νομική ούτε ηθική εξουσία να κρίνει τα μέτρα που αποφασίζουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά. Ο Ροδρίγκες απέρριψε κατηγορηματικά οποιαδήποτε αμερικανική αξίωση επί των εσωτερικών επιλογών της Κούβας. Η δήλωσή του στάλθηκε μέσω μίας από τις πλέον δημοφιλείς πλατφόρμες παγκοσμίως, με στόχο το ευρύτερο διεθνές κοινό.
«Δεν είναι δική της δουλειά να κρίνει τα μέτρα που υιοθετούμε για να αντιμετωπίσουμε, ασκώντας την κυριαρχία και την αυτοδιάθεσή μας, τις συνέπειες της ακραίας οικονομικής επίθεσης» της Ουάσινγκτον, επέμεινε ο Ροδρίγκες. Ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας ονόμασε ρητά την αμερικανική πολιτική «ακραία οικονομική επίθεση» — φρασεολογία που αποκαλύπτει το βάθος της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, παρά τον έντονο τόνο, η Αβάνα παρουσιάζει τα μέτρα ως έκφραση εθνικής κυριαρχίας και όχι ως υποχώρηση υπό πίεση. Η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει την πολιτική γραμμή που διατηρεί η κουβανική ηγεσία εδώ και δεκαετίες.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διατείνεται ότι η νήσος της Καραϊβικής, που βρίσκεται περίπου 150 χιλιόμετρα από τη Φλόριντα, εγείρει «εξαιρετική απειλή» για την αμερικανική «εθνική ασφάλεια». Ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα να «πάρει» τον έλεγχο της νήσου — δηλώσεις που έχουν αυξήσει τις ανησυχίες στην Αβάνα. Ο πετρελαϊκός αποκλεισμός, οι νέες κυρώσεις και η ποινική δίωξη του Ραούλ Κάστρο αποτελούν τα ορατά αποτελέσματα της σκληρής στάσης που υιοθετεί η Ουάσινγκτον απέναντι στην Αβάνα. Οι κουβανικές μεταρρυθμίσεις γίνονται έτσι πεδίο νέας σύγκρουσης μεταξύ δύο χωρών που ουδέποτε κατάφεραν να ξεπεράσουν πάνω από 60 χρόνια έντονης αντιπαράθεσης.




