Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εξέδωσε σήμερα αθωωτική απόφαση για την ηθοποιό Παναγιώτα Βλαντή, η οποία αντιμετώπιζε κατηγορίες συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού Γιώργου Κιμούλη. Η υπόθεση είχε τις ρίζες της στο 2023, όταν η Βλαντή μίλησε δημοσίως για συμπεριφορές που απέδιδε στον Κιμούλη, μέσα από δύο συνεντεύξεις — μία σε εφημερίδα και μία σε τηλεοπτική εκπομπή. Τα λόγια της εκείνα έγιναν η αφορμή για μήνυση, η οποία έφτασε τελικά στα δικαστήρια. Η απόφαση της δικαιοσύνης δικαίωσε πλήρως την κατηγορούμενη, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπήρξε αξιόποινη πράξη.
Τι είχε πει η Βλαντή και γιατί κατέληξε στο δικαστήριο
Στις επίμαχες συνεντεύξεις της, η Βλαντή είχε αναφερθεί σε αυτό που η ίδια χαρακτήριζε «κακοποιητική συμπεριφορά» του Κιμούλη απέναντι σε συνεργάτες του — τόσο σε λεκτικό όσο και σε σωματικό επίπεδο. Παράλληλα, είχε τοποθετηθεί καθαρά υπέρ της καταγγελίας τέτοιων συμπεριφορών, επιστρατεύοντας τη δημόσια φωνή της ως μέσο αλληλεγγύης. Ο Κιμούλης θεώρησε τις δηλώσεις αυτές συκοφαντικές και κατέθεσε μήνυση, θέτοντας έτσι σε κίνηση μια δικαστική διαδικασία που απασχόλησε για μεγάλο διάστημα τόσο τον καλλιτεχνικό κόσμο όσο και την κοινή γνώμη. Η Βλαντή, από την πλευρά της, δεν υπαναχώρησε ποτέ από τις θέσεις της, επαναλαμβάνοντας ότι ενήργησε με βάση την προσωπική της πεποίθηση και την ηθική της υποχρέωση.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η ίδια αποκάλυψε ότι είχε αρνηθεί στο παρελθόν να συνεργαστεί με τον Κιμούλη, παρά τη σχετική πρόσκληση για τον ρόλο στο έργο «Ρίτα». «Δεν είπα ποτέ ότι θα ήταν τιμή μου να δουλέψω μαζί του», δήλωσε χαρακτηριστικά ενώπιον του δικαστηρίου, εξηγώντας ότι η επιλογή της εκείνη αντικατόπτριζε μια ευρύτερη ατμόσφαιρα που επικρατούσε μεταξύ συναδέλφων της ηλικίας της. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέφερε ότι πολλοί από τους ομολόγους της ένιωθαν παρόμοια επιφύλαξη απέναντι στον Κιμούλη, λόγω της φήμης που τον συνόδευε στους κύκλους του θεάτρου.
Η εισαγγελέας ζήτησε αθώωση — και το δικαστήριο συμφώνησε
Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης έπαιξε η αγόρευση της εισαγγελέως της έδρας, η οποία πρότεινε ανοιχτά την αθώωση της κατηγορούμενης. Η εισαγγελέας επεσήμανε ότι, κατά τον χρόνο που η Βλαντή έδινε τις συνεντεύξεις της, είχε υπόψη της μαρτυρίες άλλων ηθοποιών καθώς και απόφαση του ΣΕΗ (Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών). Ωστόσο, το κρίσιμο νομικό ζήτημα αφορούσε την ύπαρξη ή μη του αναγκαίου δόλου για τη στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής δυσφήμισης. «Η κατηγορούμενη μίλησε για όσα είχε πεποίθηση ότι ήταν αληθινά», τόνισε η εισαγγελέας, εκτιμώντας ότι σκοπός της Βλαντή ήταν να αναδειχθούν και να σταματήσουν συμπεριφορές που η ίδια θεωρούσε πραγματικές. Το δικαστήριο αποδέχθηκε πλήρως την πρότασή της και απάλλαξε την κατηγορούμενη.
Η Βλαντή, ρωτηθείσα από τον πρόεδρο του δικαστηρίου γιατί επέλεξε να μιλήσει εκείνη τη στιγμή, απάντησε με ειλικρίνεια: «Τότε με ρώτησαν». Εξήγησε ότι η δήλωσή της ήταν απάντηση σε ερώτηση δημοσιογράφου για το κίνημα #MeToo και ότι εξέφρασε μέσα από αυτή τη συμπαράστασή της στις γυναίκες που είχαν μιλήσει. Αποκάλυψε επίσης ότι και η ίδια είχε υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στα 23 της χρόνια, στοιχείο που φώτιζε το βάθος της προσωπικής της εμπλοκής στο ζήτημα. «Το θεωρώ ηθική υποχρέωση», είπε με έμφαση, χαρακτηρίζοντας την τοποθέτησή της ως πράξη αλληλεγγύης και όχι ως επίθεση σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Η αθωωτική απόφαση σηματοδοτεί τη δικαίωσή της ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης.




