Σαράντα πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη Γαλλία λόγω αιτιών που σχετίζονται με τις υψηλές θερμοκρασίες, επαναφέροντας στο επίκεντρο τη στάση της Ευρώπης απέναντι στον κλιματισμό. Θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου καταγράφηκαν τις τελευταίες εβδομάδες σε αρκετές χώρες της ηπείρου, η οποία θερμαίνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη στον πλανήτη. Παρά τη σκληρή αυτή πραγματικότητα, μόλις το 20% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματιστικό, έναντι 76% στη Βόρεια Αμερική. Το ερώτημα αν η ευρωπαϊκή κουλτούρα απέναντι στον κλιματισμό κοστίζει ανθρώπινες ζωές επανέρχεται με οξύτητα στη δημόσια συζήτηση.
Κύμα καύσωνα στην Ευρώπη και σοβαρές συνέπειες
Ο θανάσιμος απολογισμός στη Γαλλία αποτυπώνει μια εικόνα που επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Για δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν το κλιματιστικό σχεδόν ως πολιτισμική υπερβολή: ανοιχτά παράθυρα, παντζούρια, ανεμιστήρες και υπομονή ήταν η κυρίαρχη φιλοσοφία, σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που οι Αμερικανοί παγώνουν τα γραφεία και τα εμπορικά κέντρα στους 18 βαθμούς ακόμα και τον Αύγουστο. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή ανατρέπει αυτή την παράδοση, με επιστήμονες να προειδοποιούν ότι τα ακραία κύματα καύσωνα θα γίνονται ολοένα συχνότερα, εντονότερα και μεγαλύτερης διάρκειας. Η επιτάχυνση αυτή δεν είναι θεωρητική: οι τελευταίες εβδομάδες έφεραν θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών σε αρκετές χώρες, στοιχεία που μιλούν από μόνα τους.
Οι επιπτώσεις του φετινού καύσωνα ήταν άμεσες και ορατές σε πολλαπλά επίπεδα. Σχολεία έκλεισαν πρόωρα σε αρκετές χώρες, μουσεία και δημόσιες υπηρεσίες περιόρισαν τη λειτουργία τους, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκε λόγω της αυξημένης χρήσης συστημάτων ψύξης. Το χάσμα ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική παραμένει τεράστιο: μόλις το 20% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, έναντι 76% στη Βόρεια Αμερική. Στις ΗΠΑ συγκεκριμένα, το ποσοστό έφτασε το 89% το 2020, δηλαδή σχεδόν 120 εκατομμύρια κατοικίες. Η απροθυμία αυτή, επισημαίνουν οι αναλυτές, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική — πρόκειται και για ζήτημα κουλτούρας.
Η Ελλάδα στην κορυφή, η Γερμανία με μόλις 19%
Οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς τη χρήση κλιματισμού είναι εντυπωσιακές. Η Ιταλία κατέχει τη θέση της μεγαλύτερης αγοράς κλιματισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Ισπανία έχει φτάσει σε ποσοστό διείσδυσης περίπου 41% των νοικοκυριών. Η Ελλάδα ξεχωρίζει στη γηραιά ήπειρο, με εκτιμήσεις να τοποθετούν το ποσοστό κλιματισμού κοντά στο 70%, κατατάσσοντάς τη στις πιο «κλιματιζόμενες» χώρες της Ευρώπης. Η μεσογειακή γεωγραφία και οι συνθήκες έντονου καλοκαιριού έχουν οδηγήσει στην ευρεία υιοθέτηση τεχνολογιών ψύξης, διαφορετικά από ό,τι συνέβη στον ευρωπαϊκό βορρά.
Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας βρίσκεται η Γερμανία, με μόλις 19% των νοικοκυριών να διαθέτει κλιματιστικό — αν και το ποσοστό αυξάνεται ταχύτατα. Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία επικρατούσε επί χρόνια η αντίληψη ότι οι πόλεις πρέπει να προσαρμοστούν μέσω καλύτερου αστικού σχεδιασμού, σκίασης, πράσινων χώρων και βιοκλιματικών κτιρίων, αντί να βασίζονται στην ενεργοβόρα ψύξη. Ιστορικά κέντρα, όπως αυτό του Παρισιού, αντιμετωπίζουν επιπλέον αρχιτεκτονικά εμπόδια στην εγκατάσταση εξωτερικών μονάδων κλιματισμού. Η κλιματική πραγματικότητα, όμως, φέρνει αυτή τη φιλοσοφία κατ’ ευθείαν αντιμέτωπη με τους αριθμούς των θυμάτων.
Παράλληλα, η απροθυμία πολλών ευρωπαϊκών νοικοκυριών δεν οφείλεται μόνο στην κουλτούρα. Το κόστος αγοράς και λειτουργίας ενός κλιματιστικού συστήματος παραμένει σημαντικό για πολλά νοικοκυριά, ενώ η αυξημένη ενεργειακή ζήτηση κατά τη διάρκεια καύσωνα δημιουργεί πρόσθετη πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα. Οι επιστήμονες θέτουν ανοιχτά το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να συνεχίσει να είναι πιστή σε μια κουλτούρα που, σύμφωνα με τα στοιχεία, κοστίζει ζωές.
Τι ακολουθεί: η αγορά κλιματισμού στην ΕΕ προς τα 100 εκατομμύρια μονάδες
Τα νούμερα της αγοράς κλιματισμού στην Ευρώπη αποτυπώνουν μια σαφή τάση αλλαγής. Το 1990 υπήρχαν λιγότερα από 7 εκατομμύρια οικιακά κλιματιστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2020 ο αριθμός αυτός ξεπέρασε τα 57 εκατομμύρια, αποτυπώνοντας μια εξαπλάσια αύξηση μέσα σε τρεις δεκαετίες. Εκτιμάται ότι έως το 2030 θα έχουν εγκατασταθεί πάνω από 100 εκατομμύρια μονάδες, με περίπου 70 εκατομμύρια από αυτές να βρίσκονται σε κατοικίες, δηλαδή σε περισσότερο από το ένα τρίτο των ευρωπαϊκών νοικοκυριών. Τα 45 θύματα στη Γαλλία λειτουργούν ως ένα ακόμη τραγικό δεδομένο που επιταχύνει αυτή τη στροφή.




