Νέο πλαίσιο για τη φορολογική ενημερότητα θέτει σε εφαρμογή η ΑΑΔΕ, με εγκύκλιο που υπογράφει ο διοικητής Γιώργος Πιτσιλής και αφορά μεταβιβάσεις ακινήτων, είσπραξη χρημάτων από το Δημόσιο και συμψηφισμό απαιτήσεων με χρέη προς την Εφορία. Οι αλλαγές αποσκοπούν στη διασφάλιση των απαιτήσεων του κράτους, ενώ παράλληλα εισάγουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για φορολογούμενους που έχουν ελέγξει τις οφειλές τους μέσω δικαστικής απόφασης ή απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Η εγκύκλιος παρέχει αναλυτικές διευκρινίσεις και χαρακτηριστικά παραδείγματα για κάθε περίπτωση, ξεκαθαρίζοντας τι ισχύει για ιδιώτες, επαγγελματίες και στελέχη επιχειρήσεων.
Τι αλλάζει στις μεταβιβάσεις ακινήτων
Ο βασικός κανόνας για μεταβιβάσεις ακινήτων ορίζει ότι όταν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 50.000 ευρώ που βρίσκονται σε αναστολή είσπραξης, παρακρατείται το 50% του τιμήματος της πώλησης, εφόσον το τίμημα δεν υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η παρακράτηση δεν μπορεί να ξεπεράσει το συνολικό ύψος της οφειλής. Ο κανόνας αυτός ισχύει και για συστάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων, όπως η υποθήκη ή η επικαρπία.
Ωστόσο, το νέο πλαίσιο προβλέπει σημαντική διευκόλυνση όταν η αναστολή έχει χορηγηθεί με δικαστική απόφαση ή απόφαση της ΔΕΔ. Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσοστό παρακράτησης μπορεί να περιοριστεί ακόμη και στο 5% του τιμήματος, εφόσον το υπόλοιπο της οφειλής καλυφθεί με εγγύηση ή εμπράγματη ασφάλεια, όπως υποθήκη σε άλλο ακίνητο. Για τον υπολογισμό της εξασφάλισης λαμβάνεται υπόψη το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που προσφέρεται ως εγγύηση.
Το πρακτικό αποτέλεσμα γίνεται κατανοητό μέσα από το παράδειγμα που περιλαμβάνει η εγκύκλιος: φορολογούμενος πουλά ακίνητο έναντι 100.000 ευρώ και έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή 80.000 ευρώ σε αναστολή λόγω απόφασης ΔΕΔ. Με τον βασικό κανόνα, θα παρακρατηθούν 50.000 ευρώ. Αν όμως προσφέρει επαρκή διασφάλιση για το υπόλοιπο ποσό, η παρακράτηση μειώνεται σε μόλις 5.000 ευρώ, επιτρέποντας στον φορολογούμενο να εισπράξει το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος ενώ το Δημόσιο προστατεύεται μέσω της εγγύησης.

Συμψηφισμοί, διαχειριστές και μέτοχοι επιχειρήσεων
Για την είσπραξη χρημάτων από τον δημόσιο τομέα, η εγκύκλιος ξεκαθαρίζει ότι οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη για παρακράτηση. Όταν, όμως, ο φορολογούμενος έχει βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο και ταυτόχρονα απαίτηση από φορέα της Κεντρικής Διοίκησης, μπορεί να παρακρατηθεί μέχρι και το 100% του ποσού που πρόκειται να εισπράξει, έως το ύψος των οφειλών του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: επαγγελματίας που πρόκειται να εισπράξει 3.000 ευρώ από υπουργείο και έχει βεβαιωμένη οφειλή 700 ευρώ θα παρακρατηθεί το ποσό αυτό και θα λάβει τα υπόλοιπα 2.300 ευρώ.
Αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη για υποχρεωτικούς συμψηφισμούς που επεκτείνονται πέραν των προσωπικών οφειλών. Η ΑΑΔΕ μπορεί να προχωρήσει σε συμψηφισμό και για χρέη που έχουν περιέλθει μέσω κληρονομιάς, καθώς και για υποχρεώσεις φόρου εισοδήματος του συζύγου ή της συζύγου του αιτούντος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χρέη τρίτων μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία χορήγησης φορολογικής ενημερότητας, εφόσον ο αιτών τα έχει νόμιμα αναλάβει ή εμπλέκεται σε αυτά.
Για τους διαχειριστές, μέλη διοίκησης και μετόχους επιχειρήσεων που ευθύνονται αλληλεγγύως για εταιρικά χρέη, το ποσοστό συμμετοχής τους αποτελεί κρίσιμο κριτήριο. Αν ο αλληλεγγύως ευθυνόμενος κατείχε κατά τα δύο τελευταία έτη της θητείας του ποσοστό έως 5% σε μη εισηγμένη εταιρεία ή έως 0,5% σε εισηγμένη, και οι οφειλές της εταιρείας είναι ρυθμισμένες ή σε αναστολή, τότε οι οφειλές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση φορολογικής ενημερότητας. Αντίθετα, όταν τα ποσοστά συμμετοχής υπερβαίνουν τα παραπάνω όρια, οι οφειλές συνεκτιμώνται και μπορεί να επιβληθεί παρακράτηση από 7% έως 70% για ρυθμισμένες οφειλές, ή από 7% έως 50% για οφειλές σε αναστολή, ανάλογα με τις εγγυήσεις που παρέχονται.
Πότε εκδίδεται βεβαίωση οφειλής αντί φορολογικής ενημερότητας
Η εγκύκλιος διευκρινίζει ρητά ότι δεν εκδίδεται πάντοτε αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας. Σε περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων και μη τακτοποιημένων οφειλών ή όταν το ποσό παρακράτησης υπερβαίνει το τίμημα της μεταβίβασης, η ΑΑΔΕ χορηγεί βεβαίωση οφειλής. Το έγγραφο αυτό αποτυπώνει το σύνολο των οφειλών και επιτρέπει την ολοκλήρωση της συναλλαγής μόνο υπό τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία, συνήθως με παρακράτηση μεγαλύτερου ποσού.
Για τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα, οι τακτοποιημένες οφειλές εταιρείας δεν εμφανίζονται στη βεβαίωση εφόσον πληρούνται τα προβλεπόμενα όρια συμμετοχής. Η εξαίρεση ισχύει εκτός εάν ο ίδιος ο φορολογούμενος ζητήσει διαφορετικά. Αντίθετα, αν οι οφειλές της εταιρείας δεν είναι τακτοποιημένες, τότε αναγράφονται στη βεβαίωση ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής. Το νέο πλαίσιο στοχεύει να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, ενώ παράλληλα παρέχει σαφείς οδηγίες σε φορολογούμενους και συμβολαιογράφους για τον τρόπο ολοκλήρωσης των συναλλαγών.




