Ένα εκκωφαντικό παράδοξο αποτυπώνουν τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για την αγορά κατοικίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: την ώρα που η στεγαστική κρίση επιβαρύνει εκατομμύρια νοικοκυριά, ένας στους τρεις κατοίκους της ΕΕ ζει σε σπίτι με περισσότερα υπνοδωμάτια από όσα πραγματικά χρειάζεται. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως υπο-κατοίκηση, αναδεικνύει τις βαθιές ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας. Η Ελλάδα παρουσιάζει εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό — μόλις 12,5% — αλλά η αγορά ενοικίων εξακολουθεί να συνθλίβει τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα νέα δεδομένα ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την ορθολογικότερη αξιοποίηση του κτηριακού αποθέματος σε ολόκληρη την ΕΕ.
Ένας στους τρεις Ευρωπαίους ζει σε σπίτι με άδεια δωμάτια
Η Eurostat ορίζει ως υπο-κατοίκηση τις κατοικίες που είναι μεγαλύτερες από τις ανάγκες των ενοίκων τους, καθώς διαθέτουν περισσότερα υπνοδωμάτια από όσα χρειάζονται. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ανέρχεται στο 33,4%, που σημαίνει ότι περίπου ένας στους τρεις Ευρωπαίους κατοικεί σε χώρο με αναξιοποίητα δωμάτια. Το φαινόμενο συνδέεται κυρίως με ηλικιωμένα νοικοκυριά, τα οποία παραμένουν στο οικογενειακό σπίτι αφού τα παιδιά τους έχουν αποχωρήσει — πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο του συνωστισμού. Αφορά κατά βάση ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα ή την επιθυμία να μετακινηθούν σε μικρότερη κατοικία, ανεξάρτητα από τις πραγματικές στεγαστικές τους ανάγκες.
Η γεωγραφική κατανομή του φαινομένου αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες. Το 41% των υπο-κατοικημένων κατοικιών βρίσκεται σε αστικές περιοχές, ενώ περίπου 30% αντιστοιχεί τόσο σε αγροτικές περιοχές όσο και σε κωμοπόλεις. Η διασπορά αυτή αποδεικνύει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις μεγάλες μητροπόλεις αλλά εκτείνεται σε όλους τους τύπους οικισμών ανά την Ευρώπη. Παράλληλα, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος είναι εκείνα που πιο συχνά ζουν σε σπίτια μεγαλύτερα από τις ανάγκες τους, καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο μερίδιο των αναξιοποίητων δωματίων. Αυτό το εισοδηματικό μοτίβο επαναλαμβάνεται στις περισσότερες χώρες μέλη της ΕΕ, ενισχύοντας την εικόνα ενός βαθύ κοινωνικού διαχωρισμού στη στέγαση.
Η Ελλάδα και η έντονη πίεση στα ενοίκια
Η Ελλάδα εμφανίζεται με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά υπο-κατοίκησης στην Ευρώπη: μόλις 12,5% των κατοίκων ζει σε υπερμεγέθη κατοικία, σχεδόν τρεις φορές κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ που αγγίζει το 33,4%. Αυτό σημαίνει ότι οι κατοικίες με επιπλέον ανεκμετάλλευτο χώρο είναι αισθητά λιγότερες σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που αντικατοπτρίζει διαφορετικά μοντέλα ιδιοκτησίας και κατοίκησης. Ωστόσο, το στατιστικό αυτό πλεονέκτημα δεν μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος στέγασης για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η αγορά ενοικίων συνεχίζει να ασκεί έντονη πίεση στους ενοικιαστές, αφού η στεγαστική κρίση ΕΕ αντανακλάται και στην ελληνική πραγματικότητα με τα ενοίκια να απορροφούν συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα η κατάσταση είναι ακόμα πιο επιβαρυντική για τα νοικοκυριά. Η ζήτηση για κατοικίες παραμένει υψηλή, ενώ η προσφορά είναι περιορισμένη, γεγονός που συντηρεί τις τιμές σε επίπεδα δυσανάλογα με τους μέσους μισθούς. Τα ενοίκια λειτουργούν πλέον ως η πρωταρχική δαπάνη που «εξαφανίζει» σημαντικό τμήμα των αποδοχών κάθε μήνα. Πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν το σύνολο του κόστους διαβίωσης, καθώς αφού αφαιρεθεί το ενοίκιο δεν απομένει επαρκές περιθώριο για άλλες βασικές ανάγκες. Το φαινόμενο αυτό πλήττει κυρίως νέους ανθρώπους και χαμηλόμισθους εργαζόμενους που επιθυμούν να ζήσουν κοντά στα εργασιακά κέντρα, όπου η ζήτηση δεν υποχωρεί.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύπλοκο σκηνικό όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο φαινόμενα που φαινομενικά αλληλοαποκλείονται. Από τη μία πλευρά, εκατομμύρια πολίτες ζουν σε χώρους που υπερβαίνουν τις πραγματικές τους ανάγκες, με αδέσμευτα υπνοδωμάτια που παραμένουν αναξιοποίητα. Από την άλλη, άλλα εκατομμύρια δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία ή αναγκάζονται να διαθέτουν δυσανάλογα υψηλό ποσοστό του εισοδήματός τους για ενοίκιο. Η αγορά κατοικίας, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και στην Ελλάδα, αποδεικνύει τελικά ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη συνολική ποσότητα των διαθέσιμων κατοικιών, αλλά κυρίως την άνιση κατανομή τους ανά εισοδηματική ομάδα.




