Βαθιά θλίψη έχει απλωθεί στη Λέσβο και σε ολόκληρη την Ελλάδα με την είδηση του θανάτου του Πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου, γνωστού σε όλους ως παπα-Στρατή. Το σώμα του εντοπίστηκε σήμερα, Δευτέρα 29 Ιουνίου, αργά το απόγευμα, να επιπλέει στη θαλάσσια περιοχή της Πεδής, στη βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Ο εκλιπών είχε συνδέσει αδιάρρηκτα το όνομά του με το φημισμένο προσκύνημα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μανταμάδο, στο οποίο αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Για δεκαετίες, το πρόσωπό του αποτέλεσε ορόσημο τόσο για τους κατοίκους της Λέσβου όσο και για τους χιλιάδες προσκυνητές που κατέφθαναν από κάθε γωνιά της χώρας.
Ο παπα Στρατής ήταν αδιαχώριστα δεμένος με το ιστορικό προσκύνημα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, στο οποίο υπηρέτησε από τις 7 Ιουνίου 1970 έως και τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, δηλαδή επί περισσότερα από 55 συναπτά χρόνια. Αυτή η ακλόνητη αφοσίωση σε έναν τόπο και σε μια αποστολή αποτελεί από μόνη της μαρτυρία ανθρώπου που ποτέ δεν διαχώρισε τη ζωή του από την κλίση του. Το όνομά του είχε γίνει από καιρό συνώνυμο του Μανταμάδου, και οι πιστοί από ολόκληρη την Ελλάδα τον αναγνώριζαν χωρίς να χρειάζεται καμία περαιτέρω επεξήγηση. Η είδηση της απώλειάς του προκάλεσε κύμα βαθιάς συγκίνησης τόσο στην τοπική κοινωνία όσο και στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο.
Μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό και στους ανθρώπους
Ο Ευστράτιος Δήσσος γεννήθηκε στη Μήθυμνα στις 8 Νοεμβρίου 1938, έχοντας από τα πρώτα χρόνια του βαθιά σύνδεση με τον τόπο και τις παραδόσεις της Λέσβου. Το 1966 χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας, τοποθετούμενος αρχικά στην Πελόπη, ένα ήσυχο χωριό κοντά στο Μανταμάδο. Από εκεί ξεκίνησε η πορεία ενός ανθρώπου που δεν αρκέστηκε ποτέ στην απλή εκτέλεση λειτουργικών καθηκόντων, αλλά έφερε μαζί του αλλαγή σε κάθε τόπο που τον υποδέχτηκε. Η ανάληψη των καθηκόντων του στο προσκύνημα του Ταξιάρχη το 1970 σηματοδότησε την έναρξη μιας εποχής που θα σφράγιζε ανεξίτηλα το εκκλησιαστικό και κοινωνικό τοπίο της περιοχής.
Μετά την τοποθέτησή του στο προσκύνημα, ο παπα Στρατής κινήθηκε άμεσα για την ανακαίνιση και αναβάθμιση του Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, πραγματοποιώντας εκτεταμένες εργασίες που του επέστρεψαν τη λάμψη του. Παράλληλα, μερίμνησε για το περιβάλλον γύρω από το ιερό, αναλαμβάνοντας εργασίες αποκατάστασης του ποταμού που ρέει δίπλα από το προσκύνημα, καθώς και μια σειρά άλλων τεχνικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, το έργο του δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στα υλικά. Ο ίδιος αφιέρωσε πολύτιμο χρόνο στη συλλογή και καταγραφή της παράδοσης του Μανταμάδου, αφήνοντας πίσω του βιβλία και ημερολόγια-λευκώματα που αποτελούν ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες που υλοποίησε ο παπα Στρατής κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας του. Ίδρυσε και λειτούργησε οικοτροφείο αριστούχων μαθητών Γυμνασίου, δίνοντας σε νέους από την περιοχή τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Δημιούργησε επίσης τη «Στέγη Αγάπης», έναν τόπο όπου κάθε μέρα ηλικιωμένοι της γύρω περιοχής λαμβάνουν δωρεάν γεύμα, και έκτισε μεγάλο γηροκομείο για τη στέγαση εκείνων που χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα. Οι πράξεις αυτές συνθέτουν την εικόνα ενός ιερέα που έβλεπε την Εκκλησία ως ζωντανό σώμα κοινωνικής αλληλεγγύης και ανθρωπιάς.
Τιμές, αναγνώριση και η οικογένειά του
Το πολυσχιδές έργο του Ευστρατίου Δήσσου δεν πέρασε απαρατήρητο από την εκκλησιαστική ηγεσία. Το 1978, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μηθύμνης Ιάκωβος του απένειμε το οφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου, επίσημα αναγνωρίζοντας τη διαρκή προσφορά του στην Εκκλησία και στην τοπική κοινωνία. Ακόμα μεγαλύτερη τιμή του επεφύλαξε ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος κατά τις δύο επισκέψεις του στην Καλλονή και στο Μανταμάδο του απένειμε τον Σταυρό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ως ένδειξη αναγνώρισης του έργου του. Η υψηλή αυτή διάκριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτύπωσε με τον επισημότερο δυνατό τρόπο τη σημασία του συνολικού του έργου.
Ο παπα Στρατής άφησε πίσω του τρία παιδιά: την Ελένη, τον Παναγιώτη, ο οποίος σήμερα υπηρετεί ως Αντιδήμαρχος της Δυτικής Λέσβου, και τον Μιχαήλ-Άνθιμο, Αντιπεριφερειάρχη Βορείου Αιγαίου. Η οικογένειά του, βαθιά ριζωμένη στη δημόσια ζωή του νησιού, συνεχίζει με τον τρόπο της την παράδοση της υπηρεσίας στην τοπική κοινωνία. Ωστόσο, η απώλεια ενός τόσο εξαιρετικού ανθρώπου αφήνει ένα κενό που δύσκολα θα καλυφθεί. Ο Ευστράτιος Δήσσος ήταν πολύ περισσότερο από ένας ιερέας· ήταν θεσμός, ζωντανή μνήμη και ηθική συνείδηση ενός τόπου, με τον οποίο ταυτίστηκε για πάνω από μισό αιώνα.




