Νέος κύκλος αμυντικών επενδύσεων ανοίγει στην Ελλάδα, καθώς μέσα στον Ιούλιο ενεργοποιείται το νέο αναπτυξιακό καθεστώς για την αμυντική βιομηχανία, ύψους 150 εκατ. ευρώ. Η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τα προγράμματα εξοπλισμών με την εγχώρια παραγωγή, με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και τη δημιουργία παραγωγικής βάσης, τεχνογνωσίας και θέσεων εργασίας στη χώρα. Το υπουργείο Ανάπτυξης έχει ήδη οριστικοποιήσει τον σχεδιασμό, την ώρα που η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες της και αναζητά τρόπους ενίσχυσης της δικής της παραγωγικής βάσης.
Το νέο αναπτυξιακό καθεστώς και το κρίσιμο 25%
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου Ανάπτυξης, στις 15 Ιουλίου προκηρύσσεται το νέο αναπτυξιακό καθεστώς για την άμυνα, ύψους 150 εκατ. ευρώ σε υπεραποσβέσεις. Πρόκειται για ειδικό εργαλείο του Αναπτυξιακού Νόμου, το οποίο στοχεύει σε επενδύσεις διπλής χρήσης σε στρατηγικούς τομείς όπως η άμυνα, η κατασκευή οχημάτων και η αεροναυπηγική. Στο καθεστώς εντάσσονται δραστηριότητες όπως η κατασκευή όπλων και πυρομαχικών, η κατασκευή οχημάτων, ηλεκτρονικού και ηλεκτρικού εξοπλισμού για οχήματα, εξαρτημάτων, αεροσκαφών και στρατιωτικών οχημάτων μάχης. Η άμυνα αντιμετωπίζεται πλέον ως πεδίο βιομηχανικής πολιτικής, με στόχο τη δημιουργία επιχειρήσεων ικανών να σταθούν σε αλυσίδες αξίας υψηλής τεχνολογίας.
Το κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η ελληνική συμμετοχή στα εξοπλιστικά προγράμματα. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει θέσει ως γραμμή ότι η Ελλάδα δεν θα προχωρά σε νέες μεγάλες προμήθειες χωρίς ελληνική συμμετοχή της τάξεως του 25%. Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι το ποσοστό αυτό δεν αφορά υποκατασκευαστικό έργο ή παλαιότερες μορφές αντισταθμιστικών ωφελημάτων, αλλά επενδύσεις μέσα στη χώρα, μεταφορά τεχνογνωσίας, δυνατότητα τεχνικής υποστήριξης και συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε κρίσιμα σημεία της παραγωγικής αλυσίδας.

Το στοίχημα της εφαρμογής και η ευρωπαϊκή στιγμή
Το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι αν μπορεί να περάσει από τον ρόλο του αγοραστή οπλικών συστημάτων σε ρόλο συμπαραγωγού, και σε ορισμένα πεδία, παραγωγού. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία ζητά σαφές και μόνιμο πλαίσιο, ώστε η ελληνική συμμετοχή του 25% να μην εξαρτάται κάθε φορά από τη διαπραγμάτευση ενός επιμέρους προγράμματος, αλλά να αποτελεί ενσωματωμένο κανόνα στις μεγάλες συμβάσεις εξοπλισμών. Πρόκειται για το βασικό στοίχημα εφαρμογής της νέας πολιτικής, καθώς η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη απαιτεί σταθερότητα κανόνων και δέσμευση από την πλευρά της πολιτείας.
Ο συγχρονισμός με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις θεωρείται ευνοϊκός, καθώς η ελληνική προσπάθεια συμπίπτει με τη γενικότερη ευρωπαϊκή στροφή προς την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας. Η ενεργοποίηση νέων ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης της άμυνας δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες επιδιώκουν να αναβαθμίσουν τη θέση τους στην ευρωπαϊκή αμυντική αλυσίδα εφοδιασμού. Η σύνδεση των αμυντικών επενδύσεων με το ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύει τις πιθανότητες η ελληνική βιομηχανία να προσελκύσει πρόσθετους πόρους και συνεργασίες.
Τι ακολουθεί
Με την προκήρυξη του νέου αναπτυξιακού καθεστώτος στις 15 Ιουλίου, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αναμένεται να καταθέσουν επενδυτικά σχέδια διπλής χρήσης στους τομείς της άμυνας, της κατασκευής οχημάτων και της αεροναυπηγικής. Παράλληλα, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας συνεχίζει να προωθεί τον κανόνα του 25% ελληνικής συμμετοχής σε κάθε νέα μεγάλη προμήθεια εξοπλισμών, με στόχο η αμυντική βιομηχανία να αποκτήσει μόνιμο και προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας για τα επόμενα χρόνια.




