Ο Ντόκος αποκαλύπτει πώς τον ξεγέλασαν οι Ρώσοι φαρσέρ
Πολιτική

Ο Ντόκος αποκαλύπτει πώς τον ξεγέλασαν οι Ρώσοι φαρσέρ

3 Ιουλίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του πρωθυπουργού, Θάνος Ντόκος, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς υπόθεσης φάρσας από τους Ρώσους φαρσέρ Vovan και Lexus. Σε συνέντευξή του στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ, ο ίδιος περιέγραψε λεπτομερώς πώς παρασύρθηκε σε τηλεδιάσκεψη πιστεύοντας ότι συνομιλούσε με τον Ουκρανό ομόλογό του, Ρουστέμ Ουμέρωφ. Η φάρσα στον Ντόκο έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά αντίστοιχων περιστατικών που έχουν πλήξει δυτικές κυβερνήσεις το τελευταίο διάστημα. Ο ίδιος υποστήριξε πως μετά τη συνομιλία απευθύνθηκε στην ΕΥΠ, ενώ οι Ρώσοι φαρσέρ δίνουν τη δική τους εκδοχή για το πώς ξεκίνησε η επικοινωνία.

Διαβάστε επίσης: Ο Ντόκος θύμα Ρώσων φαρσέρ: Ζητούν την αποπομπή του

Πώς εξελίχθηκε η τηλεδιάσκεψη με τους Ρώσους φαρσέρ

Ο κ. Ντόκος εξήγησε ότι όσα άκουσε στη διάρκεια της συνομιλίας έμοιαζαν απόλυτα αληθοφανή. «Είχαμε όλο το υλικό, τα ονόματα, τις διευθύνσεις, ακόμη και τα επιστολόχαρτα που χρησιμοποιούνται σε αυτές τις περιπτώσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας γιατί πίστεψε πως συνομιλούσε με το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Ουκρανίας. Σύμφωνα με την περιγραφή του, η διαδικασία ακολούθησε όλα τα βήματα μιας κανονικής θεσμικής επικοινωνίας, κάτι που ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι επρόκειτο για αυθεντική επαφή. Ο ίδιος τόνισε πως το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτό που αξιοποιείται πάγια σε τέτοιες θεσμικές επικοινωνίες, γεγονός που τον έκανε ακόμη πιο σίγουρο ότι επρόκειτο για πραγματική τηλεδιάσκεψη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο σύμβουλος ασφαλείας στο γεγονός ότι τα προσωπικά του στοιχεία επικοινωνίας «δεν βρίσκονται στο διαδίκτυο» και θα απαιτούσαν εκτεταμένη αναζήτηση για να εντοπιστούν, στοιχείο που τον οδήγησε να θεωρήσει απίθανο το ενδεχόμενο απάτης. Όταν άνοιξε η τηλεδιάσκεψη, όπως περιέγραψε στη δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ, είδε στην οθόνη τον Ουκρανό ομόλογό του με εικόνα και φωνή που αντιδρούσε κανονικά στα όσα έλεγε. «Όπως βλέπω εσάς», σχολίασε χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως η εντύπωση πραγματικής βιντεοκλήσης ήταν πλήρης και ότι η συζήτηση εξελισσόταν φυσιολογικά, με τον συνομιλητή του να απαντά σε πραγματικό χρόνο στις ερωτήσεις που του έθετε.

Η ίδια η κατάσταση, ωστόσο, αποδείχθηκε παγίδα. Οι Ρώσοι φαρσέρ, από την πλευρά τους, έδωσαν διαφορετική εκδοχή για την έναρξη της επικοινωνίας, υποστηρίζοντας πως απλώς του έστειλαν μήνυμα μέσω gmail και εκείνος ανταποκρίθηκε. Ο Vovan μάλιστα ανάρτησε σχετικό υλικό στο X, παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή για το πώς ξεκίνησε η επαφή με τον Έλληνα αξιωματούχο, μια εκδοχή που έρχεται σε αντίθεση με την περιγραφή του κ. Ντόκου για πλήρη τηλεδιάσκεψη με εικόνα και φωνή.

Το πλαίσιο και οι αντιδράσεις στην υπόθεση Ντόκου

Ο κ. Ντόκος επεσήμανε πως, μέχρι σήμερα, τα ελληνικά πρωτόκολλα ασφαλείας είχαν προσαρμοστεί κυρίως στο προηγούμενο κύμα τηλεφωνικών φαρσών, στο οποίο είχαν πέσει θύματα ακόμη και αρχηγοί κρατών, πρωθυπουργοί και υπουργοί σε διάφορες χώρες. Για τον λόγο αυτό, η ύπαρξη εικόνας μαζί με φωνή θεωρούνταν έως τώρα πρόσθετη διασφάλιση γνησιότητας μιας τηλεδιάσκεψης. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, αυτό το επιπλέον επίπεδο επαλήθευσης όχι μόνο δεν λειτούργησε προστατευτικά, αλλά αξιοποιήθηκε από τους φαρσέρ ως εργαλείο για να ενισχύσουν την αληθοφάνεια της απάτης.

Ο ίδιος ο σύμβουλος ασφαλείας ανέφερε πως, παρότι δεν αντιλήφθηκε αρχικά κάτι ύποπτο, ορισμένες ερωτήσεις στη διάρκεια της συνομιλίας του κίνησαν την περιέργεια. Αυτό τον οδήγησε να απευθυνθεί στην ΕΥΠ προκειμένου να διασταυρώσει την εγκυρότητα της επικοινωνίας που είχε προηγηθεί. Η υπόθεση εντάσσεται σε ευρύτερη διεθνή δράση των Vovan και Lexus, οι οποίοι έχουν κατά καιρούς στοχοποιήσει αξιωματούχους πολλών δυτικών κυβερνήσεων, εκμεταλλευόμενοι κενά στους μηχανισμούς επαλήθευσης ταυτότητας σε τηλεδιασκέψεις υψηλού επιπέδου.

Η ελληνική πλευρά, μέσω του ίδιου του κ. Ντόκου, επέλεξε να παρουσιάσει το περιστατικό με διαφάνεια, αναλύοντας δημόσια τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η φάρσα. Η στάση αυτή στοχεύει να ενημερώσει σχετικά με τις νέες μεθόδους που χρησιμοποιούν αντίστοιχες ομάδες, ώστε να ενισχυθούν στο μέλλον τα πρωτόκολλα επαλήθευσης πριν από ευαίσθητες επικοινωνίες σε επίπεδο εθνικής ασφάλειας. Το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στις επικοινωνίες υψηλόβαθμων στελεχών του κράτους, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνολογία επιτρέπει την αληθοφανή απομίμηση προσώπων και φωνών σε πραγματικό χρόνο.

Σχετικά άρθρα