Νέο στάδιο στην έρευνα για την υπόθεση Marfin αποκάλυψε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπουγάς, μιλώντας στην εκπομπή «10 με τόνο» του ΕΡΤnews. Ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης βρίσκεται ακόμη στο επίπεδο των ενδείξεων, ενώ η τελική αξιολόγησή τους ανήκει αποκλειστικά στις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές. Αφορμή για την επανεξέταση της υπόθεσης στάθηκε ένα ανώνυμο e-mail, το οποίο όμως, όπως διευκρίνισε ο κ. Μπουγάς, δεν αρκεί από μόνο του για παραπομπή. Η δήλωσή του έρχεται σε μια περίοδο έντονου δημόσιου ενδιαφέροντος για την εξέλιξη της υπόθεσης.
Διαβάστε επίσης: Η κατηγορούμενη στην υπόθεση Marfin θα παρουσιαστεί στις Αρχές
Οι ενδείξεις και η ανακριτική διαδικασία
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Δικαιοσύνης, τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα θα περάσουν από αυστηρή αξιολόγηση εκ μέρους του ανακριτή που θα αναλάβει την υπόθεση. Ο κ. Μπουγάς εξήγησε ότι, εφόσον οι ενδείξεις ενισχυθούν με νέα αποδεικτικά στοιχεία και μετατραπούν σε αποχρώσες ενδείξεις, τότε η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγηθεί στο ακροατήριο. «Είμαστε στο στάδιο των ενδείξεων. Αυτές θα αξιολογηθούν από τον ανακριτή που θα αναλάβει την υπόθεση. Αν εμπλουτιστούν με νέα αποδεικτικά στοιχεία και γίνουν αποχρώσες ενδείξεις, τότε θα υπάρξει παραπομπή στο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει αν οι φερόμενοι ως δράστες είναι ένοχοι ή αθώοι», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς για το κατά πόσο ένα ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μπορεί να αποτελέσει βάση για την επανεκκίνηση μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης, ο υφυπουργός σημείωσε ότι πρόκειται για μια αποδεκτή αφετηρία, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία. «Για την Ελληνική Αστυνομία αλλά και την Ελληνική Δικαιοσύνη, όταν τέτοιες πληροφορίες υποστηρίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, μπορούν να οδηγήσουν στην επανεξέταση μιας υπόθεσης. Δεν μπορεί όμως να είναι τα μόνα στοιχεία. Απαιτείται συνδυασμός αποδεικτικών μέσων, τον οποίο αξιολογούν οι εισαγγελείς και οι ανακριτές», υπογράμμισε ο κ. Μπουγάς.
Καμία χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις ανακριτικές έρευνες
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης ρωτήθηκε επίσης αν η ελληνική Δικαιοσύνη αξιοποιεί σήμερα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο ανακριτικών διαδικασιών, όπως αυτή για την υπόθεση Marfin. Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη: οι ανακριτές δεν διαθέτουν τέτοιου είδους εργαλεία. «Για την Αστυνομία δεν το γνωρίζω. Στη Δικαιοσύνη πάντως δεν χρησιμοποιούμε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο των ανακριτικών ερευνών. Είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στη χρήση των νέων τεχνολογιών και ειδικά της τεχνητής νοημοσύνης», ανέφερε ο κ. Μπουγάς, δείχνοντας μια συγκρατημένη στάση απέναντι στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στη δικαστική διαδικασία. Ο ίδιος διευκρίνισε παράλληλα ότι τα ηλεκτρονικά έγγραφα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου, ωστόσο δεν επαρκούν μόνα τους για την έκδοση δικαστικής κρίσης. Η θέση αυτή του υφυπουργού αποτυπώνει τη διαδικαστική προσοχή που επιδεικνύουν οι αρμόδιες αρχές, ώστε η επανεξέταση μιας τόσο ευαίσθητης υπόθεσης να στηριχθεί σε στέρεη νομική βάση και όχι σε αποσπασματικά στοιχεία.
«Η Πολιτεία δεν εκδικείται» – Στόχος ο πραγματικός δράστης
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Ιωάννης Μπουγάς τόνισε ότι οι ελληνικές αρχές ενεργούν με νηφαλιότητα και αυστηρή τήρηση των κανόνων δικαίου, με αποκλειστικό στόχο την ταυτοποίηση των πραγματικών δραστών στην υπόθεση Marfin. «Η ελληνική Πολιτεία δεν εκδικείται. Έχει όμως υποχρέωση, με αυστηρότητα, τυπικότητα στους κανόνες δικαίου και ταχύτητα, να οδηγήσει τον δράστη στη Δικαιοσύνη και να επιβληθούν οι κυρώσεις που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας», σημείωσε χαρακτηριστικά. Ο υφυπουργός επισήμανε ακόμη ότι το ισχύον δικονομικό πλαίσιο παρέχει σημαντικές εγγυήσεις, όπως η προστασία της ανωνυμίας των μαρτύρων στο αρχικό στάδιο της έρευνας. Η δήλωση αυτή καταδεικνύει τη μέριμνα της ελληνικής Δικαιοσύνης να διασφαλίσει τόσο την ομαλή διεξαγωγή της ανάκρισης όσο και τα δικαιώματα όσων εμπλέκονται στη διαδικασία, εν αναμονή των επόμενων εξελίξεων στην υπόθεση Marfin.




