Η προφυλάκιση των δύο ατόμων που κατηγορούνται για την τραγωδία στη Marfin αποφασίστηκε ομόφωνα από τον ανακριτή και την εισαγγελέα, δεκαέξι χρόνια μετά τον θάνατο τριών εργαζομένων από πυρκαγιά. Οι δύο κατηγορούμενοι, ηλικίας 42 ετών σήμερα, συνελήφθησαν έπειτα από πολύμηνη και ενδελεχή έρευνα των αστυνομικών αρχών. Η ταυτοποίησή τους στηρίχθηκε σε σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους ανάλυσης φωτογραφικού υλικού. Η υπόθεση παραμένει στο επίκεντρο της επικαιρότητας, καθώς η υπεράσπιση αμφισβητεί τα στοιχεία της δικογραφίας.
Διαβάστε επίσης: Ο εμπρησμός της Marfin: Προφυλακίστηκαν δύο 42χρονοι
Η τραγωδία στη Marfin και η ταυτοποίηση των υπόπτων
Η υπόθεση αφορά την τραγωδία στη Marfin, όταν πριν από 16 χρόνια τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας έχασαν τη ζωή τους από πυρκαγιά που προκλήθηκε μετά τη ρίψη μολότοφ. Οι δύο κατηγορούμενοι, και οι δύο 42 ετών σήμερα, συνελήφθησαν μετά από πολύμηνες και ενδελεχείς έρευνες των αστυνομικών αρχών. Η ταυτοποίησή τους στηρίχθηκε σε σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους ανάλυσης του φωτογραφικού υλικού που είχαν στη διάθεσή τους οι Αρχές. Όπως μετέδωσε το MEGA, τα ευρήματα αυτά ενισχύθηκαν περαιτέρω από καταθέσεις μαρτύρων, κυρίως ανθρώπων που βρίσκονταν απέναντι από το υποκατάστημα της τράπεζας την ημέρα του περιστατικού.
Με βάση τη δικογραφία που σχηματίστηκε, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν σε βάρος των δύο κατηγορουμένων αξιολογήθηκαν από τις δικαστικές αρχές ως ιδιαίτερα κρίσιμα. Τόσο ο ανακριτής όσο και η εισαγγελέας κατέληξαν ομόφωνα στην απόφαση για την προφυλάκιση των δύο ανδρών, κρίνοντας ότι τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους δικαιολογούσαν τη λήψη του συγκεκριμένου μέτρου. Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια υπόθεση που παρέμενε ανοιχτή για περισσότερο από μία δεκαετία και είχε στο παρελθόν ταλαιπωρήσει τη δικαιοσύνη με προηγούμενες, αποτυχημένες προσπάθειες ταυτοποίησης των δραστών.
Οι αντιδράσεις της υπεράσπισης
Ο δικηγόρος ενός εκ των δύο κατηγορουμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, μίλησε στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» και εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τα στοιχεία της υπόθεσης. Υποστήριξε ότι δεν πρόκειται να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα της Marfin αν η υπόθεση κλείσει χωρίς στιβαρά αποδεικτικά στοιχεία, τονίζοντας ότι επί του παρόντος δεν υπάρχει ταυτοποίηση των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών δηλώνει πως δεν μπορεί να συναγάγει ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την ταυτοποίηση, ούτε για τον δικό του εντολέα ούτε για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους.
Ο κ. Καμπαγιάννης κάλεσε σε ιδιαίτερη προσοχή, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν είχαν ασκηθεί αντίστοιχες ποινικές διώξεις για την ίδια υπόθεση, οι οποίες κατέληξαν σε φιάσκο το 2016. Όπως ανέφερε, τότε ταλαιπωρήθηκαν τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι κλήθηκαν να παραστούν ξανά στο δικαστήριο και να αναβιώσουν το τραύμα εκείνης της ημέρας καταθέτοντας, με τη διαδικασία να καταλήγει τελικά σε πανηγυρική αθώωση λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων. Ο δικηγόρος διευκρίνισε πως η υπεράσπιση δεν έχει διαρρεύσει κανένα έγγραφο της δικογραφίας στη δημοσιότητα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι άλλες πλευρές της υπόθεσης έχουν δώσει στοιχεία σε δημοσιότητα για δικούς τους λόγους.
Αναφερόμενος στα συγκεκριμένα ευρήματα, ο κ. Καμπαγιάννης έκανε λόγο για μια απλή αναφορά σε «κινητά αντικείμενα», η οποία κατά την άποψή του παραμένει απλή ένδειξη και όχι απόδειξη, καθώς χρειάζεται να ενισχυθεί με επιπλέον στοιχεία που θα επιβεβαιώνουν την παρουσία των συγκεκριμένων ατόμων στο σημείο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως τόνισε, είναι το πρόσωπο που φέρεται να έσπασε τη βιτρίνα του υποκαταστήματος, το οποίο είναι το τρίτο κατά σειρά άτομο που η αστυνομία έχει «ταυτοποιήσει» για την ίδια πράξη. Το 2016 οι αρχές είχαν αποδώσει την πράξη σε ένα πρόσωπο, το 2020-2021 σε διαφορετικό άτομο, ενώ τώρα η αστυνομία προχωρά σε νέα ταυτοποίηση, γεγονός που κατά τον δικηγόρο ενισχύει την ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής στον χειρισμό της υπόθεσης.




