Η αγορά ακινήτων στην Αττική δείχνει καθαρά πόσο έχει ανέβει η αξία του πάρκινγκ και της αποθήκης σε ένα διαμέρισμα, σύμφωνα με νέα έρευνα της ReDataset για το 2026. Σε αρκετούς Δήμους της Αθήνας, του Πειραιά και των Βορείων Προαστίων, η διαφορά τιμής ανάμεσα σε ακίνητα με και χωρίς αυτές τις δύο παροχές φτάνει ακόμη και το 90%. Παράλληλα, στην ελληνική αγορά εξοχικής κατοικίας, η ζήτηση από αγοραστές υψηλής οικονομικής επιφάνειας κρατά ανοδική την πορεία των τιμών σε νησιά όπως η Μύκονος, η Πάρος και η Σαντορίνη, σύμφωνα με έκθεση της Engel & Völkers.
Πάρκινγκ και αποθήκη ανεβάζουν τις τιμές στην Αττική
Η εύρεση θέσης στάθμευσης στην Αττική έχει μετατραπεί σε καθημερινό πρόβλημα για χιλιάδες κατοίκους, με αποτέλεσμα το ιδιωτικό πάρκινγκ να μην θεωρείται πλέον απλή ευκολία αλλά βασικό κριτήριο τιμολόγησης. Το ίδιο ισχύει και για την αποθήκη, ιδιαίτερα σε νεότερα ή μικρότερα διαμερίσματα όπου κάθε επιπλέον χώρος αποκτά μεγαλύτερη αξία. Η έρευνα της ReDataset ανέλυσε καταχωρήσεις διαμερισμάτων και μεζονετών σε όλη την Αττική, συγκρίνοντας ακίνητα χωρίς πάρκινγκ ή αποθήκη με αντίστοιχα που διαθέτουν τη μία ή και τις δύο παροχές.
Στον Δήμο Ηλιούπολης καταγράφεται η μεγαλύτερη ποσοστιαία διαφορά, καθώς ένα ακίνητο με πάρκινγκ και αποθήκη ζητείται περίπου 4.480 ευρώ ανά τετραγωνικό, έναντι 2.360 ευρώ ανά τ.μ. για ακίνητο χωρίς αυτές τις παροχές, δηλαδή απόσταση που φτάνει το 90%. Στον Δήμο Αθηναίων η ζητούμενη τιμή κινείται από τα 2.470 ευρώ ανά τ.μ. έως τα 4.100 ευρώ ανά τ.μ. για ακίνητα με τις δύο παροχές. Στα Βόρεια Προάστια, ο Δήμος Παπάγου – Χολαργού παρουσιάζει άνοδο από τα 2.880 ευρώ ανά τ.μ. στα 4.550 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στον Δήμο Αμαρουσίου η τιμή ανεβαίνει από τα 2.590 ευρώ ανά τ.μ. στα 4.170 ευρώ ανά τ.μ.. Ο Δήμος Κηφισιάς ξεχωρίζει, καθώς σπάει το μοτίβο των γειτονικών περιοχών με πολύ μικρότερη διαφορά τιμής.

Στην Περιφερειακή Ενότητα Πειραιά, οι Δήμοι με χαμηλότερες συνολικές τιμές εμφανίζουν τα μεγαλύτερα σχετικά άλματα. Στο Κερατσίνι – Δραπετσώνα η υπεραξία από πάρκινγκ και αποθήκη φτάνει περίπου το 78%, με τη ζητούμενη τιμή να ξεκινά από 1.650 ευρώ ανά τ.μ. για ακίνητο χωρίς παροχές. Η τιμολόγηση, όπως προκύπτει από την έρευνα, δεν συνδέεται πάντα με το πόσο ακριβή είναι ήδη μια περιοχή, αφού η ζήτηση για στάθμευση και αποθηκευτικό χώρο διαμορφώνεται από τοπικούς παράγοντες, όπως το παλαιότερο κτιριακό απόθεμα και η δυσκολία εύρεσης θέσης στον δρόμο.
Η ζήτηση για πολυτελείς εξοχικές κατοικίες
Πέρα από την Αττική, η αγορά ακινήτων εξοχικής κατοικίας στην Ελλάδα συνεχίζει να προσελκύει αγοραστές υψηλής οικονομικής επιφάνειας από τη Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Σύμφωνα με την έκθεση της Engel & Völkers για το 2026, οι αγοραστές αυτοί αναζητούν κατοικίες που λειτουργούν παράλληλα ως μακροπρόθεσμη επένδυση, δίνοντας έμφαση στην ιδιωτικότητα, στην ανεμπόδιστη θέα και στην ενεργειακή απόδοση των ακινήτων. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα πολυτελών κατοικιών σε κορυφαίες τοποθεσίες κρατά τις αξίες σε ανοδική πορεία, καθώς η προσφορά παραμένει χαμηλότερη από τη ζήτηση.
Οι Κυκλάδες παραμένουν στην κορυφή της αγοράς, με τη Μύκονο να διατηρεί τιμές πολυτελών κατοικιών έως και 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό. Στην Πάρο, οι κατοικίες με θέα στη θάλασσα μπορούν να φτάσουν τα 10.000 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στη Σαντορίνη οι κορυφαίες κατοικίες αγγίζουν τα 8.000 ευρώ ανά τ.μ.. Ακόμη υψηλότερα κινείται η Αντίπαρος, με τιμές που προσεγγίζουν τα 10.200 ευρώ ανά τ.μ.. Έντονη κινητικότητα καταγράφεται και στη Χαλκιδική, όπου παραθαλάσσιες βίλες υψηλών προδιαγραφών φτάνουν έως τα 14.000 ευρώ ανά τετραγωνικό, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα τιμών σε όλη την ελληνική αγορά. Στην Πελοπόννησο, το Πόρτο Χέλι συγκεντρώνει σημαντικό ενδιαφέρον τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους επενδυτές, με τις κορυφαίες κατοικίες να φτάνουν έως τα 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό.




