Το σχέδιο για τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας στη μετά το Ταμείο Ανάκαμψης εποχή παρουσίασε ο Νίκος Παπαθανάσης, Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στη διάρκεια εκδήλωσης για το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ) 2026-2030. Η εκδήλωση έγινε στο Ωδείο Αθηνών, παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη. Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν επίσης μέλη της κυβέρνησης, βουλευτές, περιφερειάρχες και εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιμελητηρίων και φορέων.
Διαβάστε επίσης: Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης φέρνει 23 δισ. ευρώ
Ρεκόρ πόρων για τις δημόσιες επενδύσεις
Ο Νίκος Παπαθανάσης παρουσίασε αναλυτικά στοιχεία για την πορεία των δημόσιων επενδύσεων τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, το 2019 οι διαθέσιμοι πόροι ανέρχονταν σε 5,6 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 εκτινάχθηκαν στα 14,6 δισ. ευρώ. Για το 2026 οι πόροι φτάνουν στο ύψος-ρεκόρ των 16,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας τριπλασιασμό μέσα σε επτά χρόνια. Το ίδιο το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης ανέρχεται σε 17,1 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030, ενώ σε αυτό το ποσό προστίθενται και 5,8 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση υποχρεώσεων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου.
Συνολικά, όπως εξήγησε ο αναπληρωτής υπουργός, κινητοποιούνται 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων, σχεδόν διπλάσιοι σε σχέση με την περίοδο 2021-2025. Ο Παπαθανάσης τόνισε πως το ΕΠΑ 2026-2030 αποδεικνύει ότι η Ελλάδα μπορεί να σχεδιάζει με αυτοπεποίθηση, να εξασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους και να τους επιστρέφει στην κοινωνία και την οικονομία. Οι πόροι αυτοί, όπως σημείωσε, δεν αποτελούν απλούς αριθμούς σε έναν προϋπολογισμό, αλλά μετατρέπονται σε δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία, κοινωνικές υποδομές, έργα ύδρευσης, ψηφιακές υπηρεσίες και επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη και καινοτομία.
Παράλληλα, οι πόροι κατευθύνονται σε παρεμβάσεις για τη στέγαση, το δημογραφικό, την πράσινη μετάβαση και την ενεργειακή ανθεκτικότητα, καθώς και σε στήριξη της επιχειρηματικότητας, της βιομηχανίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ο Νίκος Παπαθανάσης υπογράμμισε ότι το πρόγραμμα σχεδιάστηκε ώστε να καλύψει το κενό που αφήνει η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.

Στόχοι για απασχόληση, επενδύσεις και ψηφιακό κράτος
Στην ομιλία του, ο αναπληρωτής υπουργός έθεσε συγκεκριμένους στόχους για τη διαδρομή έως το 2030. Πρώτος στόχος είναι η δημιουργία πολύ περισσότερων από τις 560.000 νέες θέσεις εργασίας που έχουν ήδη δημιουργηθεί, καθώς και η περαιτέρω μείωση της ανεργίας από το σημερινό 8,1%. Δεύτερος στόχος αφορά την αύξηση των επενδύσεων πέρα από το 83% που έχει ήδη καταγραφεί, ένα ποσοστό πολλαπλάσιο της αντίστοιχης αύξησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιορίστηκε στο 4,3%.
Ο Παπαθανάσης αναφέρθηκε επίσης στη βιομηχανική παραγωγή, η οποία ενισχύθηκε κατά 22% στην Ελλάδα έναντι μόλις 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στην ανάγκη να συνεχιστεί η αύξηση των εξαγωγών και των άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες πλέον στρέφονται σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην ψηφιακή μετάβαση του κράτους, με τις συναλλαγές μέσω του gov.gr να έχουν εκτοξευθεί από 94 εκατομμύρια το 2020 σε 2,7 δισ. το 2025.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο αναπληρωτής υπουργός δήλωσε ότι στόχος είναι μια Ελλάδα «ακόμα πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφή, πιο ψηφιακή και πιο ανθεκτική». Όπως είπε, το σχέδιο για το 2030 προβλέπει σύγχρονες υποδομές, ισχυρή δημόσια υγεία, καλύτερη παιδεία, ψηφιακό κράτος με λιγότερη γραφειοκρατία, ανταγωνιστική βιομηχανία, δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις και περισσότερες, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Τι προβλέπεται έως το 2030
Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 τίθεται πλέον σε πλήρη εφαρμογή, με τους 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων να κατανέμονται σταδιακά στα επόμενα χρόνια. Η κυβέρνηση, μέσω της παρουσίασης στο Ωδείο Αθηνών, επιχείρησε να δείξει τη συνέχεια του αναπτυξιακού σχεδιασμού μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, με έμφαση στη μείωση της ανεργίας, στην αύξηση των επενδύσεων και στην ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής έως το τέλος της δεκαετίας.




