Νέα πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από το διαθέσιμο εισόδημά τους. Το αποτέλεσμα είναι η αποταμίευση νοικοκυριών να βυθιστεί ακόμη πιο βαθιά στο αρνητικό έδαφος, φτάνοντας το -3,3%. Τα στοιχεία, που δημοσιοποιήθηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο πλαίσιο των τριμηνιαίων μη χρηματοοικονομικών λογαριασμών θεσμικών τομέων, αποτυπώνουν το χάσμα ανάμεσα σε όσα εισπράττουν και όσα ξοδεύουν οι Έλληνες. Πρόκειται για προσωρινά στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά το διάστημα Ιανουαρίου έως Μαρτίου του 2026.
Αύξηση εισοδήματος, αλλά μεγαλύτερη αύξηση δαπανών
Σύμφωνα με τους τριμηνιαίους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που τα εξυπηρετούν αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση, από 37,92 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025 σε 39,13 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2026. Παράλληλα, το ακαθάριστο πρωτογενές εισόδημα των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 3,8%, φτάνοντας τα 40,34 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, οι τρέχοντες φόροι εισοδήματος και περιουσίας αυξήθηκαν κατά 3,3%, στα 3,73 δισ. ευρώ, ενώ οι κοινωνικές εισφορές και παροχές που καταγράφονται στις χρήσεις του λογαριασμού σημείωσαν άνοδο 3,6%. Η εικόνα αυτή δείχνει καθαρά ότι τα εισοδήματα των νοικοκυριών δεν συρρικνώθηκαν, αντιθέτως συνέχισαν να αυξάνονται σε σχέση με πέρυσι.

Ωστόσο, η τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών κινήθηκε με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα, καταγράφοντας αύξηση 4,7%, από 38,6 δισ. ευρώ σε 40,4 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, τα νοικοκυριά ως σύνολο ξόδεψαν περίπου 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα από όσα εισέπραξαν μέσα στο τρίμηνο. Η διαφορά αυτή αποτυπώθηκε άμεσα στο ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο -3,3%, από -1,8% ένα χρόνο νωρίτερα, σηματοδοτώντας διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε εισόδημα και κατανάλωση. Το ποσοστό αποταμίευσης ορίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα, και το γεγονός ότι παραμένει αρνητικό δείχνει ότι η «τρύπα» ανάμεσα σε όσα μπαίνουν και όσα βγαίνουν από τα νοικοκυριά μεγαλώνει και όχι μικραίνει.
Υψηλές επιχειρηματικές επενδύσεις και μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρηματικές επενδύσεις παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων ανήλθαν σε 4,88 δισ. ευρώ, με το αντίστοιχο ποσοστό επί της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας να ενισχύεται στο 26,2%, από 25,4% το πρώτο τρίμηνο του 2025. Παράλληλα, το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών περιορίστηκε στα 6,73 δισ. ευρώ, από 7,61 δισ. ευρώ έναν χρόνο πριν, καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ενισχύθηκαν κατά 1,08 δισ. ευρώ φτάνοντας τα 20,58 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 0,2 δισ. ευρώ, διαμορφούμενες στα 27,32 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, το πλεόνασμα από τα πρωτογενή εισοδήματα, τις τρέχουσες και τις κεφαλαιακές μεταβιβάσεις περιορίστηκε σημαντικά, στα 1,31 δισ. ευρώ από 3,30 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, η συνολική ελληνική οικονομία εμφάνισε καθαρή λήψη δανείων από το εξωτερικό ύψους 5,42 δισ. ευρώ, έναντι 4,32 δισ. ευρώ το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Σε αυτό το σκηνικό, η Γενική Κυβέρνηση κατέγραψε καθαρή λήψη δανείων 1,29 δισ. ευρώ, έναντι 0,79 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025, δείχνοντας αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης και σε επίπεδο δημοσίου. Συνολικά, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σκιαγραφούν μια οικονομία όπου το εισόδημα ανεβαίνει, οι επενδύσεις παραμένουν ισχυρές, όμως η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξάνεται με ρυθμό που ξεπερνά τις αντοχές του διαθέσιμου εισοδήματος, βαθαίνοντας την αρνητική αποταμίευση σε σχέση με πέρυσι.




