Την ώρα που η κυβέρνηση προβάλλει το «ψηφιακό κράτος» ως μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της, ο διαγωνισμός κυβερνητικού cloud βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μέσω του Ινστιτούτου που φέρει το όνομά του, καταγγέλλει διαδικασία που κατά τους συντάκτες της εγείρει σοβαρά ερωτήματα διαφάνειας. Η καταγγελία αφορά τον νέο διαγωνισμό για το δημόσιο υπολογιστικό νέφος και έρχεται λίγες ημέρες πριν κλείσει η σχετική διαβούλευση. Στο επίκεντρο βρίσκονται το κόστος, ο χρόνος διεξαγωγής και η επιλογή συγκεκριμένης πλατφόρμας.
Διαβάστε επίσης: Το Ινστιτούτο Τσίπρα αμφισβητεί τη σύμβαση Cloud του Δημοσίου
Τι καταγγέλλει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, το Δημόσιο μεταφέρει ολοένα περισσότερες κρίσιμες λειτουργίες του σε ιδιωτική πολυεθνική πλατφόρμα, χωρίς να έχει διασφαλίσει πραγματικό ανταγωνισμό ή αξιόπιστο σχέδιο απεμπλοκής. Η διαδικασία, όπως περιγράφεται, εμφανίζεται «ανοικτή» μόνο κατ’ όνομα, καθώς η πλατφόρμα φέρεται ήδη επιλεγμένη. Οι τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις περιορίζουν δραστικά τον αριθμό των υποψηφίων, ενώ το συνολικό κόστος μπορεί να φτάσει τα 235,5 εκατομμύρια ευρώ από εθνικούς πόρους, χωρίς να έχει δημοσιευθεί σύγκριση με εναλλακτικές λύσεις.
Η δημόσια διαβούλευση διεξάγεται από την Κοινωνία της Πληροφορίας και αφορά υπηρεσίες δημόσιου υπολογιστικού νέφους για το G-Cloud και το H-Cloud, χρηματοδοτούμενες πλέον από εθνικούς πόρους. Η ύπαρξη και η δεκαπενθήμερη διάρκειά της επιβεβαιώνονται από την ίδια την αναθέτουσα αρχή. Η «flash ανάλυση» του Ινστιτούτου περιγράφει έναν διαγωνισμό που, κατά τους συντάκτες της, είναι ανοικτός μόνο στα χαρτιά, καθώς κατονομάζει συγκεκριμένη πλατφόρμα, σωρεύει περιοριστικά κριτήρια και ζητά ακόμη και στέλεχος που είχε συμμετάσχει στο προηγούμενο έργο, στοιχείο που κατά την καταγγελία δημιουργεί υπόνοιες προειλημμένης ανάθεσης.
Το «επείγον» μιας διαδικασίας τριών ετών
Η προηγούμενη σύμβαση είχε υπογραφεί τον Ιούνιο του 2023, με γνωστή εξαρχής ημερομηνία λήξης. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει το Ινστιτούτο, χρειάστηκαν εννέα τροποποιήσεις και αλλεπάλληλες παρατάσεις, μέχρι η τελευταία να εκπνεύσει στις 31 Ιουλίου 2026. Η διαβούλευση για τη διάδοχη σύμβαση άνοιξε στις 21 Ιουλίου και ολοκληρώνεται στις 5 Αυγούστου. Η κεντρική συμβατική κάλυψη έληξε δηλαδή ενώ η νέα διαδικασία βρισκόταν ακόμη στο προκαταρκτικό της στάδιο, γεγονός που το Ινστιτούτο θέτει ως κεντρικό ερώτημα: γιατί μια διαδικασία με γνωστή ημερομηνία λήξης επί τρία χρόνια έφτασε στο παρά πέντε.
Η επίκληση του κατεπείγοντος, σύμφωνα με την καταγγελία, δεν μπορεί να αποτελεί επαρκή απάντηση όταν το ίδιο το επείγον δημιουργείται από την αναθέτουσα αρχή. Το Ινστιτούτο κάνει λόγο για μηχανισμό πίεσης, αφού είτε υπογράφεται γρήγορα η νέα δέσμευση είτε τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία κρίσιμων κρατικών υπηρεσιών. Στο νέφος φιλοξενούνται μεταξύ άλλων η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και οι συντάξεις, στοιχείο που κατά την ανάλυση προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στον χρονισμό της διαδικασίας.
Ο διαγωνισμός που κατονομάζει την πλατφόρμα
Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα αφορά το ίδιο το κείμενο του διαγωνισμού. Σύμφωνα με την καταγραφή τους, η λέξη «Microsoft» εμφανίζεται 38 φορές στο τεύχος και η λέξη «Azure» ακόμη 26 φορές, ενώ καμία άλλη πλατφόρμα ή ανοικτή τεχνολογία δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο. Ο πίνακας οικονομικής προσφοράς περιλαμβάνει ρητά «υπηρεσίες νέφους Microsoft Azure», με προϋπολογισμό 103 εκατομμύρια ευρώ. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τα περιοριστικά κριτήρια συμμετοχής, τροφοδοτεί την καταγγελία περί διαγωνισμού που ουσιαστικά προσδιορίζει εκ των προτέρων τον ανάδοχο.
Τι ακολουθεί
Η δημόσια διαβούλευση για τον νέο διαγωνισμό παραμένει ανοιχτή έως τις 5 Αυγούστου, οπότε και αναμένεται να ολοκληρωθεί η υποβολή σχολίων και παρατηρήσεων από ενδιαφερόμενα μέρη. Μέχρι τότε, η Κοινωνία της Πληροφορίας ως αναθέτουσα αρχή θα κληθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που έχουν τεθεί δημόσια, ενώ το τελικό τεύχος του διαγωνισμού αναμένεται να καθορίσει τους όρους με τους οποίους το ελληνικό Δημόσιο θα συνεχίσει να φιλοξενεί κρίσιμες ψηφιακές υπηρεσίες του στο υπολογιστικό νέφος.




