Σε εξάμηνη αναστολή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος καταδικάστηκε Έλληνας γιατρός που εργαζόταν στο βρετανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), ύστερα από καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση εναντίον νεότερης συναδέλφου του. Την απόφαση έλαβε το Γενικό Ιατρικό Συμβούλιο της Βρετανίας (GMC), το πειθαρχικό όργανο που εποπτεύει τους γιατρούς στη χώρα. Την υπόθεση αποκάλυψε η βρετανική εφημερίδα Daily Mail, παρουσιάζοντας τα ευρήματα της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο γιατρός, που σήμερα εργάζεται σε ιδιωτικό ιατρείο στη Θεσσαλονίκη, κρίθηκε ένοχος για σειρά περιστατικών κατά τη διάρκεια της θητείας του σε βρετανικό νοσοκομείο.
Οι καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση εναντίον συναδέλφου
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα περιστατικά εκτυλίχθηκαν σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Βρετανίας, όπου ο γιατρός εργαζόταν παράλληλα με τη νεότερη συνάδελφό του. Το πρώτο περιστατικό που εξέτασε το πειθαρχικό συμβούλιο τοποθετείται τον Ιούλιο του 2023, όταν ο γιατρός φέρεται να περιηγήθηκε στη συλλογή φωτογραφιών του κινητού του τηλεφώνου μπροστά στη συνάδελφό του, επιτρέποντάς της να δει άσεμνη φωτογραφία, καθώς και βίντεο στο οποίο ο ίδιος συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη. Η γυναίκα κατέθεσε ότι εκείνος χαμογελούσε, χωρίς να δείχνει να τον ενοχλεί το γεγονός ότι εκείνη έβλεπε το περιεχόμενο της οθόνης του.
Ένα δεύτερο περιστατικό που εξετάστηκε από το συμβούλιο αφορούσε στιγμή κατά την οποία ο γιατρός πέρασε το χέρι του γύρω από τη συνάδελφό του και της είπε ότι «θα κάνω σεξ μαζί σου πριν φύγω», αναφερόμενος είτε στη Γερμανία είτε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την κατάθεσή της. Το πειθαρχικό συμβούλιο εξέτασε επίσης ισχυρισμούς ότι ο γιατρός της μιλούσε συχνά για τη σεξουαλική του ζωή, υποστηρίζοντας πως είχε συνευρεθεί με όλες τις νοσηλεύτριες σε προηγούμενο νοσοκομείο όπου είχε εργαστεί, ενώ της είχε αναφέρει και το ενδιαφέρον του για μουσεία αφιερωμένα στη σεξουαλικότητα. Η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι η συμπεριφορά του γιατρού διήρκεσε περίπου 18 μήνες, από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Σεπτέμβριο του 2024, προκαλώντας της φόβο, άγχος και απροθυμία να μεταβαίνει στην εργασία της.
Η απολογία του γιατρού και η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου
Στην απολογία του ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, ο γιατρός υποστήριξε ότι είχε μετακομίσει πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο και αισθανόταν κοινωνικά απομονωμένος, γεγονός που, όπως ισχυρίστηκε, τον οδήγησε στο να μην αντιληφθεί τα επαγγελματικά όρια με τη συνάδελφό του. Για το περιστατικό με την αγκαλιά, ισχυρίστηκε ότι τη θεωρούσε φυσιολογική συμπεριφορά, καθώς «στην Ελλάδα έτσι συνηθίζουν οι άνθρωποι να χαιρετιούνται». Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ρητά από το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο έκρινε ότι η συμπεριφορά του «ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς στον χώρο εργασίας», ανεξάρτητα από το πολιτισμικό του υπόβαθρο.
Ο ίδιος ο γιατρός παραδέχθηκε τελικά ότι οι ενέργειές του είχαν σεξουαλικό κίνητρο, ενώ το GMC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά «δοκίμαζε τα όρια» της συναδέλφου του, διερευνώντας το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής σχέσης μαζί της. Με βάση το σύνολο των στοιχείων και των καταθέσεων που εξετάστηκαν, το πειθαρχικό όργανο αποφάσισε την επιβολή εξάμηνης αναστολής άσκησης του επαγγέλματος στον γιατρό για την υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης, ο οποίος πλέον δραστηριοποιείται στην ιδιωτική ιατρική στη Θεσσαλονίκη, μακριά πλέον από το βρετανικό σύστημα υγείας όπου σημειώθηκαν τα περιστατικά.




