Ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε στα 74 του χρόνια
Κοινωνία

Ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε στα 74 του χρόνια

9 Αυγούστου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών, όπως έγινε γνωστό την Κυριακή 9 Αυγούστου 2026. Ο Καλογερόπουλος είχε διανύσει μια πολυετή πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ενώ ασχολήθηκε παράλληλα με τη σκηνοθεσία, το σενάριο, την ποίηση και το τραγούδι. Τα τελευταία χρόνια έδινε μάχη με τον καρκίνο και νοσηλευόταν, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή. Η είδηση του θανάτου του Νίκου Καλογερόπουλου σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και ιδιαίτερα στη Μεσσηνία, τόπο καταγωγής του.

Η πορεία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση

Ο Νίκος Καλογερόπουλος γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1952 στα Φιλιατρά της Μεσσηνίας. Η σχέση του με την υποκριτική ξεκίνησε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα στις σχολές θεάτρου Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών. Τα πρώτα του βήματα στην τηλεόραση έγιναν με τη μεταφορά του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ενώ ακολούθησε η συμμετοχή του σε σειρές όπως «Ο φωτογράφος του χωριού», «Οι παραστρατημένοι» και «Μεθυσμένη Πολιτεία». Παράλληλα, έκανε τα πρώτα του βήματα και στο θέατρο, προτού στραφεί σταδιακά προς τον κινηματογράφο.

Ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος σε παλαιότερη φωτογραφία

Η κινηματογραφική του καριέρα απογειώθηκε το 1981, όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, δίπλα στους Βασίλη Διαμαντόπουλο και Κώστα Τσάκωνα. Η ερμηνεία του τού χάρισε το Β’ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετείχε στην «Άρπα Colla», ενώ το 1983 πρωταγωνίστησε στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, κερδίζοντας νέα διάκριση στο ίδιο φεστιβάλ. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσε το 1984 η ταινία «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, όπου υποδύθηκε τον στρατιώτη Γιάννη Παπαδόπουλο και απέσπασε το Βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου στο ίδιο φεστιβάλ. Στην τηλεόραση συνέχισε την παρουσία του με παραγωγές όπως «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Όλη η δόξα, όλη η χάρη» και «Κάμπινγκ», ενώ στο ενεργητικό του πρόσθεσε συνεργασίες με σκηνοθέτες όπως ο Νίκος Περάκης, ο Θόδωρος Μαραγκός, ο Κώστας Φέρρης και ο Νίκος Ζαπατίνας.

Η ζωή στην Κυπαρισσία και το Τρενοτεχνείο

Τα τελευταία χρόνια ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε απομακρυνθεί από τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας και είχε εγκατασταθεί κοντά στον τόπο καταγωγής του, στην Τριφυλία. Εκεί δημιούργησε το «Τρενοτεχνείο», έναν πολυχώρο πολιτισμού στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Κυπαρισσίας, όπου φιλοξενούσε θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις. Σε συνέντευξή του στην εκπομπή του Γιώργου Λιάγκα «Το πρωινό», στις 30 Δεκεμβρίου 2024, είχε εξηγήσει πως η ιδέα γεννήθηκε όταν είδε τον εγκαταλελειμμένο σταθμό της πόλης και αποφάσισε να τον μετατρέψει σε εστία πολιτισμού για ολόκληρη την περιφέρεια. Στον χώρο αυτόν είχαν εμφανιστεί καλλιτέχνες όπως ο Παπακωνσταντίνου και ο Μάλαμας. Στην ίδια συνέντευξη είχε αναφερθεί και σε μια διάρρηξη που είχε σημειωθεί στο Τρενοτεχνείο, κατά την οποία δεν αφαιρέθηκε τίποτα αλλά προκλήθηκαν φθορές, γεγονός που τον είχε συγκλονίσει, ενώ η αστυνομία είχε αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης παίρνοντας αποτυπώματα.

Ο ηθοποιός Νίκος Καλογερόπουλος σε παλαιότερη φωτογραφία

Το πένθος και οι αντιδράσεις

Η ηθοποιός Σεμίνα Διγενή αποχαιρέτησε δημοσίως τον Νίκο Καλογερόπουλο μέσα από ανάρτησή της στο Facebook, θυμίζοντας τον ρόλο του «Δημητράτου» στην εκπομπή «Κοίτα τι Έκανες» και γράφοντας πως «εκείνο το ζόρικο ζεϊμπέκικο, που τραγουδούσε μόνο για σένα, ο Δημητράτος… συνεχίστε το στα κουτούκια του Σείριου». Τον αποχαιρέτησε επίσης το ΠΑΣΟΚ, με ανακοίνωσή του να αναφέρει πως «η τέχνη, χωρίς πολιτική, δεν έχει νόημα». Ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν έκανε συχνά δημόσιες εμφανίσεις τα τελευταία χρόνια, με την τελευταία καταγεγραμμένη να είναι στην κηδεία του Κώστα Βουτσά, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, στις 28 Φεβρουαρίου 2020. Η απώλειά του άφησε ένα κενό στον χώρο της υποκριτικής τέχνης, ενώ για τη Μεσσηνία και ιδιαίτερα την Τριφυλία, ο θάνατός του αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος, καθώς παρέμεινε μέχρι το τέλος βαθιά δεμένος με τον τόπο καταγωγής του.

Σχετικά άρθρα