Πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την καταστροφική πυρκαγιά στη Βόρεια Εύβοια, μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές που έχει βιώσει η Ελλάδα. Η φωτιά ξέσπασε στις 3 Αυγούστου 2021 κοντά στη Δάφνη και έκαψε πάνω από 512.000 στρέμματα δάσους στον Δήμο Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας και στον Δήμο Ιστιαίας-Αιδηψού. Πέντε χρόνια μετά, το δάσος δείχνει σημάδια αναγέννησης, ωστόσο οι κάτοικοι και οι επαγγελματίες της περιοχής συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες.
Διαβάστε επίσης: Οι Χούθι χτύπησαν ξανά το διυλιστήριο της Τζιζάν
Το δεκαήμερο που κατέστρεψε τη Βόρεια Εύβοια
Η πυρκαγιά ξεκίνησε το μεσημέρι της 3ης Αυγούστου 2021 κοντά στη Δάφνη, στον Δήμο Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας. Η Ελλάδα βρισκόταν τότε αντιμέτωπη με παρατεταμένο καύσωνα και ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες, ενώ η βλάστηση ήταν εξαιρετικά ξηρή. Παράλληλα, μεγάλες πυροσβεστικές δυνάμεις επιχειρούσαν στη Βαρυμπόμπη, γεγονός που δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο τη διαχείριση της κρίσης. Μέσα σε λίγες ημέρες το μέτωπο της φωτιάς πήρε τεράστιες διαστάσεις, απείλησε τη Λίμνη, πέρασε από τις Ροβιές και την Αγία Άννα και επεκτάθηκε προς τον Δήμο Ιστιαίας-Αιδηψού.
Οι φλόγες έφτασαν μέχρι τη θάλασσα, αναγκάζοντας περισσότερους από 2.000 κατοίκους και επισκέπτες να απομακρυνθούν μέσω πλοίων και ιδιωτικών σκαφών από τις παραλιακές περιοχές. Παρά τον κίνδυνο, κάτοικοι παρέμειναν σε αρκετούς οικισμούς, όπου έφτιαξαν αυτοσχέδιες αντιπυρικές ζώνες και επιχείρησαν μαζί με τους πυροσβέστες να σώσουν σπίτια και περιουσίες. Στην επιχείρηση κατάσβεσης συμμετείχαν και αποστολές από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων από τη Ρουμανία, τη Σερβία και την Ουκρανία. Το ενιαίο μέτωπο περιορίστηκε ύστερα από περίπου δέκα ημέρες, όμως οι αναζωπυρώσεις συνεχίστηκαν για εβδομάδες μετά.
Η καμένη έκταση, σύμφωνα με την αρχική αποτίμηση των δασικών υπηρεσιών, έφτασε τα 512.000 στρέμματα, εκ των οποίων περισσότερα από 322.000 στρέμματα βρίσκονταν στον Δήμο Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας και περίπου 190.000 στρέμματα στον Δήμο Ιστιαίας-Αιδηψού. Εκτός από το δάσος, καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές κατοικίες, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Τον Ιανουάριο του 2026 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας έθεσε στο αρχείο τις μηνυτήριες αναφορές για ενδεχόμενες ευθύνες στη διαχείριση της πυρκαγιάς. Σύμφωνα με στοιχεία της εισαγγελικής διάταξης, η αρχική εστία αποδόθηκε σε σπινθήρες από χρήση αλυσοπρίονου κατά τη διάρκεια παράνομης υλοτομίας, χωρίς ωστόσο να ταυτοποιηθούν οι υπεύθυνοι.

Ο κλάδος της ρητίνης «σβήνει» μαζί με το δάσος
Πριν από την πυρκαγιά, η Εύβοια παρήγαγε το 98% της ρητίνης σε όλη την Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Μπάμπη Τσιβίκα, πρόεδρο του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών Δασεργατών του νομού, οι λεγόμενοι «ρετσινάδες» αποτελούσαν τον μεγαλύτερο κλάδο της Βόρειας Εύβοιας, με ετήσιο τζίρο 5 εκατομμυρίων ευρώ. Μετά τον Αύγουστο του 2021, όμως, το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα, που κρατούσε από τα αρχαία χρόνια, οριακά εξαφανίστηκε. «Χάθηκε το 80% της παραγωγής της Εύβοιας. Από τις 1.000 οικογένειες ρετσινάδων που υπήρχαν, οι 800 έπαθαν ζημιές», αναφέρει ο ίδιος.
Το δάσος δείχνει σήμερα σημάδια αναγέννησης, με πεύκα που έχουν φτάσει τα τέσσερα μέτρα ύψος. Ένα πεύκο χαλεπιού, ωστόσο, χρειάζεται περίπου 40 χρόνια για να αναπτυχθεί ξανά πλήρως, γεγονός που δείχνει πόσο μακρύς είναι ο δρόμος της πλήρους αποκατάστασης. Το κράτος έθεσε σε λειτουργία πρόγραμμα στήριξης των ρητινοκαλλιεργητών, διάρκειας 15 ετών, που προέβλεπε έκτακτες ενισχύσεις ύψους 3,7 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και επιπλέον οικονομική ενίσχυση 2,3 εκατομμυρίων ευρώ τον Οκτώβριο του 2022. Ο κ. Τσιβίκας σημειώνει πάντως ότι οι αποζημιώσεις για τη χαμένη παραγωγή δόθηκαν μόνο μετά από κινητοποιήσεις του κλάδου στην Αθήνα, ενώ το σωματείο εκπροσωπεί περίπου το 98% των ρετσινάδων-δασεργατών του νησιού.
Το βασικότερο μέτρο στήριξης ήταν η πρόβλεψη απασχόλησης των ρητινοκαλλιεργητών για επτά χρόνια στα τοπικά δασαρχεία, με αρχικές μηνιαίες απολαβές 800 ευρώ. Οι πρώτοι από αυτούς προσλήφθηκαν το 2022, ενώ οι τελευταίοι διορίστηκαν το 2025. Όπως τονίζει ο πρόεδρος του σωματείου, οι αποζημιώσεις εξασφάλισαν εισόδημα «για έναν χρόνο και κάτι ψιλά», κάτι που αναδεικνύει πόσο δύσκολη παραμένει η οικονομική επιβίωση όσων στήριζαν τη ζωή τους στο δάσος της Βόρειας Εύβοιας.
Αναδασώσεις και έργα αποκατάστασης
Σημαντικό τμήμα του πευκοδάσους της Βόρειας Εύβοιας παρουσιάζει φυσική αναγέννηση, καθώς νεαρά πεύκα έχουν εμφανιστεί σε μεγάλες εκτάσεις. Οι δασικές υπηρεσίες παρακολουθούν την πορεία της βλάστησης, ενώ σε σημεία όπου η φυσική αποκατάσταση είναι δυσκολότερη προγραμματίζονται στοχευμένες αναδασώσεις. Το πρόγραμμα ανασυγκρότησης της περιοχής περιλαμβάνει συνολικά 72 έργα, με στόχο την ενίσχυση της αντιδιαβρωτικής προστασίας και την επιτάχυνση της περιβαλλοντικής αποκατάστασης στις πληγείσες ζώνες.




