Προφυλακιστέα κρίθηκε η 46χρονη Ελληνίδα που κατηγορείται για εμπλοκή στον φονικό εμπρησμό της Marfin, την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας στις 5 Μαΐου 2010. Η γυναίκα, η οποία μετήχθη στην Ελλάδα πριν από λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσής της από τις βρετανικές αρχές, εμφανίστηκε το πρωί της Τρίτης στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Μετά την απολογία της, ο εισαγγελέας και η ανακρίτρια αποφάσισαν την προφυλάκισή της για την υπόθεση του φονικού εμπρησμού.
Διαβάστε επίσης: Η 46χρονη κατηγορούμενη απολογείται για την υπόθεση Marfin
Η μεταγωγή και η απολογία της 46χρονης
Η μεταγωγή της κατηγορούμενης στα δικαστήρια πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από τις 11:00, ενώ η απολογία της ξεκίνησε γύρω στις 12:30 ενώπιον της 3ης τακτικής ανακρίτριας. Ο συνήγορός της, Κώστας Παπαδάκης, κατέθεσε εκ μέρους της πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα, στο οποίο η 46χρονη ανέπτυξε τους υπερασπιστικούς της ισχυρισμούς και στη συνέχεια απάντησε στις ερωτήσεις της δικαστικής λειτουργού. Νωρίτερα είχε καταθέσει ως μάρτυρας η αδελφή της, η οποία υποστήριξε ότι βρισκόταν μαζί με την κατηγορούμενη στην πορεία εκείνης της ημέρας και ότι απλώς πέρασαν μπροστά από το κτήριο της τράπεζας, χωρίς όμως να βρίσκονται εκεί τη στιγμή της επίθεσης.

Η 46χρονη αντιμετωπίζει, όπως και οι δύο 42χρονοι άνδρες που έχουν ήδη προφυλακιστεί για την ίδια υπόθεση, την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συρροή. Σύμφωνα με την κατηγορία, η γυναίκα φέρεται να είχε υποστηρικτικό ρόλο στην ομάδα που πυρπόλησε το κτήριο της Marfin, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα. Η επίθεση είχε γίνει στη διάρκεια διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας.
Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης
Κατά την απολογία της η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι είναι αθώα. «Είμαι αθώα, συμμετείχα στη διαδήλωση, αλλά δεν έχω σχέση με τα επεισόδια. Τους συγκατηγορούμενους μου τους γνωρίζω εξ όψεως από τον αναρχικό χώρο», δήλωσε η ίδια ενώπιον της ανακρίτριας. Η υπεράσπισή της επεσήμανε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν με βεβαιότητα την παρουσία της κοντά στην τράπεζα την ώρα του εμπρησμού, καθώς η ανάλυση των φωτογραφιών από την αστυνομική έρευνα δεν καταλήγει σε ταυτοποίησή της, αλλά σε «περιορισμένη υποστήριξη ομοιότητας».

Ο δικηγόρος της, Κώστας Παπαδάκης, τόνισε ότι δεν υπάρχει εργαστηριακό εύρημα που να πιστοποιεί ότι πρόκειται για την εντολέα του, ούτε η σχετική έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών καταλήγει με απόλυτη βεβαιότητα στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η υπεράσπιση υπενθύμισε επίσης ότι τα ίδια στοιχεία είχαν εξεταστεί ήδη το 2022 και είχαν οδηγήσει τότε στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, θεωρώντας απαράδεκτη την επανεξέτασή τους έπειτα από ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ως τεχνικό σύμβουλο η κατηγορούμενη έχει ορίσει τον πραγματογνώμονα Γ. Καραθανάση, ο οποίος στην έκθεσή του καταλήγει ότι από την ανάλυση των ψηφιακών τεκμηρίων της δικογραφίας δεν προκύπτει καμία διαφορά σε σχέση με όσα είχαν εξεταστεί οι αρχές το 2022. Στο στάδιο αυτό της ανακριτικής διαδικασίας έχει προτείνει ακόμα δύο μάρτυρες υπεράσπισης προς εξέταση.




