Η Λίβερπουλ απέκτησε νέο μέτοχο μειοψηφίας, καθώς η Fenway Sports Group (FSG) ανακοίνωσε επίσημα την Παρασκευή 14 Αυγούστου την πώληση του 30% των μετοχών του αγγλικού συλλόγου σε κοινοπραξία επενδυτών με επικεφαλής τον ιδρυτή της Amazon, Τζεφ Μπέζος. Η συμφωνία, ύψους 1,65 δισεκατομμυρίων λιρών, αποτιμά συνολικά την ομάδα του Άνφιλντ στα 5,5 δισεκατομμύρια λίρες. Πρόκειται για την πρώτη επένδυση του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου στον χώρο του αθλητισμού, μετά από διαπραγματεύσεις που είχαν γίνει γνωστές ήδη από τον Ιούλιο.
Η συμφωνία και τα ποσά πίσω από την πώληση της Λίβερπουλ
Η κοινοπραξία που απέκτησε το ποσοστό ονομάζεται 1892 Holdings, με το όνομα να παραπέμπει στο έτος ίδρυσης της Λίβερπουλ. Επικεφαλής των διαπραγματεύσεων ήταν ο Αμίτ Μπάτια, Βρετανοϊνδός επιχειρηματίας και γαμπρός του Ινδού μεγιστάνα της χαλυβουργίας Λάκσμι Μίταλ. Στην κοινοπραξία συμμετέχουν επίσης ο Τζεφ Μπέζος και ο συνιδρυτής του Facebook, Εντουάρντο Σαβερίν, ενώ η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε μέσω του Mittal Family Trust, του επενδυτικού ταμείου K5 Sports Capital, στο οποίο βασικός επενδυτής είναι ο Μπέζος, καθώς και μέσω της EE Capital, του family office του Σαβερίν.

Ο Μπάτια αναλαμβάνει πλέον τη θέση του αντιπροέδρου του συλλόγου, σε ένα διευρυμένο διοικητικό συμβούλιο. Ο ίδιος είχε συμμετάσχει στο διοικητικό συμβούλιο της Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς (QPR) για σχεδόν 19 χρόνια, μεταβιβάζοντας το μετοχικό του μερίδιο τον περασμένο Ιούλιο πριν στραφεί στη συμφωνία με τη Λίβερπουλ. Η περιουσία των τριών βασικών επενδυτών είναι εντυπωσιακή: ο Μπέζος εκτιμάται στα 272 δισεκατομμύρια δολάρια, ο Σαβερίν στα 33 δισεκατομμύρια δολάρια και η οικογένεια Μίταλ στα περίπου 17 δισεκατομμύρια δολάρια.
Παρά την είσοδο τόσο ισχυρών ονομάτων στο μετοχικό σχήμα, η FSG θα διατηρήσει τον πλήρη λειτουργικό έλεγχο της Λίβερπουλ, παραμένοντας πλειοψηφικός μέτοχος. Η αμερικανική εταιρεία είχε αποκτήσει τον σύλλογο το 2010 έναντι 300 εκατομμυρίων λιρών, ποσό που δείχνει την τεράστια αύξηση της αξίας της ομάδας μέσα σε δεκαπέντε χρόνια.

Αντιδράσεις και το πλαίσιο της συμφωνίας
Ο πρόεδρος της FSG, Μάικ Γκόρντον, δήλωσε ότι «η Λίβερπουλ ανέκαθεν χτιζόταν με τη σκέψη πέρα από μια σεζόν και τη λήψη αποφάσεων με γνώμονα τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του συλλόγου». Σύμφωνα με τον Γκόρντον, «καθώς εξετάζαμε αυτήν την ευκαιρία, κατέστη σαφές ότι ο Αμίτ και η κοινοπραξία μοιράζονταν τη μακροπρόθεσμη φιλοσοφία και την εκτίμησή μας για αυτό που κάνει τη Λίβερπουλ ξεχωριστή». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η εμπειρία και η προοπτική των νέων επενδυτών θα συμπληρώσουν τα ήδη ισχυρά θεμέλια του συλλόγου.
Από την πλευρά του, ο Αμίτ Μπάτια εξέφρασε την υπερηφάνειά του για την επένδυση, τονίζοντας τον σεβασμό του προς την FSG και όσα έχει πετύχει στο Άνφιλντ. Η FSG διευκρίνισε ότι η κίνηση δεν αποτελεί μέρος στρατηγικής εξόδου από τον σύλλογο, ούτε υποχρεώνει την εταιρεία να πουλήσει επιπλέον μετοχές στο μέλλον. Η κοινοπραξία, ωστόσο, αποκτά δικαίωμα να αγοράσει μεγαλύτερο μερίδιο σε περίπτωση που οι πλειοψηφικοί ιδιοκτήτες αποφασίσουν κάποια στιγμή να πουλήσουν.

Καθώς οι οικονομικοί κανονισμοί της Premier League και της UEFA συνδέουν τις δαπάνες ενός συλλόγου με τον κύκλο εργασιών του, η νέα επένδυση δεν αναμένεται να αποφέρει άμεσο όφελος στον προϋπολογισμό μεταγραφών της ομάδας. Οι εμπορικές ευκαιρίες που ανοίγονται από τη συμμετοχή των Μπέζος, Σαβερίν και Μπάτια αναμένεται πάντως να ενισχύσουν τα έσοδα του συλλόγου, τα οποία είχαν ήδη φτάσει σε ρεκόρ 703 εκατομμυρίων λιρών για το οικονομικό έτος που έληξε τον Μάιο του 2025.
Τι ακολουθεί για τη Λίβερπουλ
Η επένδυση της κοινοπραξίας υπόκειται σε έγκριση από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, διαδικασία που ενδέχεται να διαρκέσει έως και 90 ημέρες. Η FSG διαβεβαίωσε ότι η συμφωνία δεν θα έχει καμία επίπτωση στον προϋπολογισμό ή τη στρατηγική μεταγραφών της Λίβερπουλ για το τρέχον καλοκαίρι, ενώ δεν προβλέπεται καμία αλλαγή στην ηγεσία ή την καθημερινή λειτουργία του συλλόγου.





