Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε ριζική αλλαγή στον σχεδιασμό των αεροπλανοφόρων του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, διατάσσοντας την εγκατάλειψη του προηγμένου ηλεκτρομαγνητικού συστήματος εκτόξευσης μαχητικών αεροσκαφών. Παράλληλα, έδωσε το «πράσινο φως» ώστε η κατασκευή πολεμικών πλοίων να μπορεί να γίνεται και σε ναυπηγεία του εξωτερικού. Η απόφαση αφορά άμεσα το τέταρτο αεροπλανοφόρο της κλάσης Gerald R. Ford, το Doris Miller, το οποίο αναμένεται να παραδοθεί το 2034. Η αλλαγή στο σύστημα εκτόξευσης αεροπλανοφόρων θεωρείται από τις πλέον σημαντικές παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου στον αμυντικό σχεδιασμό των τελευταίων ετών.
Τι έγινε: Το μνημόνιο του Τραμπ και το τέλος του EMALS
Ο Τραμπ υπέγραψε σχετικό μνημόνιο εθνικής ασφάλειας, με το οποίο ζητά να αλλάξει ο σχεδιασμός του υπό κατασκευή αεροπλανοφόρου Doris Miller. Το πλοίο δεν θα φέρει το Electromagnetic Aircraft Launch System (EMALS), το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης που έχει ήδη εγκατασταθεί στα τρία πρώτα αεροπλανοφόρα της κλάσης Gerald R. Ford. Αντ’ αυτού, το Ναυτικό επιστρέφει στους παραδοσιακούς καταπέλτες ατμού, τεχνολογία που χρησιμοποιούνταν επί δεκαετίες πριν από την εισαγωγή του EMALS. Η μετατροπή αυτή εκτιμάται ότι θα κοστίσει στους Αμερικανούς φορολογούμενους εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια.
Κύριος ανάδοχος για την κατασκευή των αεροπλανοφόρων της κλάσης Ford παραμένει η εταιρεία Huntington Ingalls, της οποίας η μετοχή κατέγραψε μικρή άνοδο στις μετασυνεδριακές συναλλαγές στη Νέα Υόρκη μετά την ανακοίνωση. Σύμφωνα με έγγραφα του Πενταγώνου, το πρώτο πλοίο της κλάσης, το USS Gerald R. Ford, είχε πραγματοποιήσει έως τον Μάρτιο του 2026 συνολικά 36.863 εκτοξεύσεις αεροσκαφών με το EMALS, αριθμός που δείχνει την έκταση της χρήσης του συστήματος πριν από την απόφαση εγκατάλειψής του.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Γιατί ο Τραμπ στρέφεται στους καταπέλτες ατμού
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στο ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης, χαρακτηρίζοντάς το ακριβότερο, υπερβολικά περίπλοκο και λιγότερο αποτελεσματικό σε σχέση με τους παραδοσιακούς καταπέλτες. Σε αμυντική σύνοδο στην Πενσιλβάνια τον προηγούμενο μήνα είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Δαπάνησαν δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα για ηλεκτρικούς καταπέλτες και δεν είναι καλοί. Δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο καλοί, είναι υπερβολικά περίπλοκοι». Η δήλωση αυτή αποτύπωνε ήδη τις προθέσεις του πριν από την επίσημη υπογραφή του μνημονίου.
Η επιλογή του EMALS το 2009 από το αμερικανικό Ναυτικό είχε στηριχθεί στο επιχείρημα ότι το νέο σύστημα θα μείωνε το συνολικό κόστος λειτουργίας των αεροπλανοφόρων κατά τη διάρκεια ζωής τους, θα απαιτούσε λιγότερη συντήρηση σε σχέση με τους καταπέλτες ατμού και θα προκαλούσε μικρότερη καταπόνηση στα ίδια τα αεροσκάφη. Το σύστημα, το οποίο χρησιμοποιεί και το γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό, αντιμετώπισε προβλήματα στα πρώτα στάδια της λειτουργίας του, ωστόσο έκτοτε έχει πραγματοποιήσει δεκάδες χιλιάδες εκτοξεύσεις χωρίς σοβαρά περιστατικά. Η απόφαση του Λευκού Οίκου έρχεται λοιπόν σε αντίθεση με τον αρχικό στρατηγικό σχεδιασμό του Ναυτικού, ανατρέποντας δεκαπέντε και πλέον χρόνια πολιτικής γύρω από τον εκσυγχρονισμό των αεροπλανοφόρων.
Τι ακολουθεί: Ναυπήγηση και στο εξωτερικό
Πέρα από την αλλαγή στο σύστημα εκτόξευσης, ο Τραμπ άνοιξε τον δρόμο ώστε το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να μπορεί να αναθέτει την κατασκευή πλοίων και σε ναυπηγεία εκτός αμερικανικού εδάφους, μια απόφαση που ενδέχεται να επηρεάσει τον τρόπο λειτουργίας της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας τα επόμενα χρόνια. Το Doris Miller, το πλοίο που θα ενσωματώσει τις νέες προδιαγραφές με τους καταπέλτες ατμού, παραμένει υπό κατασκευή με προγραμματισμένη παράδοση το 2034, γεγονός που αφήνει αρκετό χρονικό περιθώριο για την τεχνική προσαρμογή του σχεδιασμού.




